Γλωσσάρι
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
ANZAC: στις 12 Απριλίου 1941 το 1ο Αυστραλιανό Σώμα Στρατού μετωνομάστηκε σε Australia and New Zealand Army Corps (Αυστραλιανό Νεοζηλανδικό Σώμα Στρατού) σε ανάμνηση του ομώνυμου Σώματος Στρατού του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Αμφικτιονία: γράφεται και Αμφικτυονία. Η
μορφή με το ι (Αμφικτιονία) ετυμολογείται ως "αμφί κτίζεσθαι", ήτοι
Αμφι-κτίονες ήταν οι περί-κτίζοντες = περίοικοι = γείτονες. Η μορφή με το υ (Αμφικτυονία)
σχηματίζεται από το όνομα του Αμφικτύωνος, που υποτίθεται ότι συγκάλεσε την
πρώτη Αμφικτυονία στις Θερμοπύλες. Αυτό είναι σαφέστατα ένας από τους πολλούς
μύθους, με τους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες αλληγορούσαν τα πραγματικά
γεγονότα. Οι Αμφικτιονίες ήταν μία μορφή
ένωσης των αρχαίων ελληνικών κρατών, που ξεκίνησε ως θρησκευτική
ένωση και εξελίχθηκε σε πολιτική. Απαρτίζονταν από μεμονωμένα κράτη και
Κοινά διαφόρων ελληνικών εθνών, που
κατοικούσαν γύρω από ένα κοινά αποδεκτό ιερό. Σημαντικότερη, ίσως και
παλαιότερη όλων (φαίνεται ότι υπήρχε από τον
16ο π.Χ. αιώνα)
ήταν η Πυλαία Αμφικτιονία (των Θερμοπυλών), στο συνέδριο στης οποίας
συμμετείχαν σχεδόν όλες οι ομοεθνίες
της κεντρικής και ανατολικής Ελλάδας με 2 ψήφους η κάθε μία, ανεξαρτήτως του
πληθυσμού τους. Το συνέδριο της Πυλαίας Αμφικτιονίας συνερχόταν δύο φορές το
χρόνο, την μεν άνοιξη στο ιερό του Απόλλωνα των
Δελφών το δε φθινόπωρο στην πόλη Ανθήλη των
Μαλιέων, στο ιερό της Αμφικτιονίδος Αρτέμιδος.
Ασκληπιάδες: προνομιούχο κοινωνικά γένος, που ανήγε την καταγωγή του στο θεό Ασκληπιό. Στα χέρια τους βρισκόταν η διαχείριση των Ασκληπιείων, όπου οι Ασκληπιάδες ως ιερείς ενδιάμεσοι του θεού ασκούσαν την ιατρική και θεράπευαν τους προσκυνητές ασθενείς. Οι ιατρικές γνώσεις των Ασκληπιαδών μεταδίδονταν αποκλειστικά από τους γονείς προς τα παιδιά και αυτό καθιστούσε το γένος τους πανίσχυρη και αξιοσέβαστη ιερατική-ιατρική συντεχνία.
Ασκληπιός: γιός του Απόλλωνα και της Κορωνίδας, κόρης του Θεσσαλού βασιλιά Φλεγύα. Όταν ο έγινε γνωστό ότι η έγκυος από τον Απόλλωνα Κορωνίς επρόκειτο να παντρευτεί ένα θνητό, την τόξευσε η Άρτεμις (προστάτις της αγνότητος) και ο Απόλλων απέσπασε τον Ασκληπιό από τη νεκρή Κορωνία και τον παρέδωσε για εκπαίδευση στον Κένταυρο Χείρωνα. Μεγαλώνοντας ο Ασκληπιός έμαθε πολλά πράγματα για την ιατρική από τον πατέρα του και επιπλέον εφηύρε τη χειρουργική και την παρασκευή φαρμάκων. Όταν ο Ασκληπιός έφτασε στο σημείο να ανασταίνει νεκρούς, ο Δίας τον κατακεραύνωσε. Ο Ασκληπιός εθεωρείτο άνθρωπος με θεϊκές ιδιότητες, ώσπου ο Πίνδαρος (498-452 π.Χ.) τον αναγόρευσε Θεό. Σύζυγος του Ασκληπιού ήταν η Ηπιόνη (Ανακουφίζουσα, την οποία στην Κω θεωρούσαν κόρη του), με την οποία έκανε αρκετά παιδιά. Γιοί του αναφέρονται ο Ποδαλείριος και ο Μαχάων, που ήταν οι κορυφαίοι ιατροί των Ελλήνων στον Τρωικό Πόλεμο. Κόρες του αναφέρονται η Υγεία (κατ' άλλες εκδοχές ήταν σύζυγός του), η Ιασώ (Θεραπεύουσα), η Πανάκεια (Τα-Πάντα-Θεραπεύουσα), η Αίγλη (Απαστράπτουσα) και η Ακεσώ (Θεραπεύουσα). Στην ακολουθία του ανήκουν ακόμη ο Τελεσφόρος (προστάτης των αναρρωνυόντων) και ο Θάρρων. Σύμβολα του Ασκληπιού ήταν το φίδι (σύμβολο της περιοδικής ανανέωσης), το ραβδί των οδοιπόρων, και ένα κύπελλο γεμάτο με φάρμακο. Η λατρεία του ως θεού γινόταν στα Ασκληπιεία, με πιο γνωστά εκείνα της Τρίκκης (Τρικάλων), της Επιδαύρου, της Κω, της Λεβήνας στην Κρήτη και της Αθήνας. Λήμμα στη Βικιπαίδεια.
Ασυλία: η ιερότητα, το απαραβίαστο ενός τόπου, που προσέφερε ασφαλές καταφύγιο στους ζητούντες προστασία.
Γρεναδιέροι: ο όρος προέρχεται από τους πρώτους ευρωπαϊκούς στρατούς, αλλά στην Βέρμαχτ χρησιμοποιούνταν απλώς ως τιμητικός, ενώ η μεμονωμένη χρήση του υποδηλώνει πεζικό με μειωμένη δύναμη. Ο όρος Panzergrenadier σημαίνει αντίστοιχα μηχανοκίνητο πεζικό.
Διπυρίτης άρτος: κοινώς γαλέτα. Παρασκεύασμα σαν φρυγανιά ή μπισκότο από σιτάλευρο, νερό και αλάτι ψημένο καλά. Όπως προκύπτει από το όνομά του (δι-πυρίτης), ψήνεται δύο φορές, για να διατηρείται περισσότερο. Αν μάλιστα προστατευτεί από την υγρασία, διατηρείται για χρόνια. Χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα από ναυτικούς σε μακρινά ταξίδια αλλά και από ένοπλες δυνάμεις ως κύρια τροφή. Συνήθως καταναλωνόταν σαν βούτηγμα σε καφέ, νερό ή άλμη.
Εναγώνιος: θεός έφορος ή επιστάτης των αγώνων. Ιδιότητα κυρίως του Ερμή, στον οποίο αποδιδόνταν η ίδρυση των εφηβικών αγώνων, οι οποίοι γι' αυτό ονομάζονταν (τα) Ερμεία. Οι παλαίστρες και τα γυμναστήρια ήταν γεμάτα αγάλματα και επιγραφές προς τιμήν του Ερμή.
Ευθυντηρία: λήμμα στη Βικιπαίδεια.
Έφεδροι: στην περίπτωση του Συντάγματος Δωδεκανησίων εθελοντών με τον όρο αυτόν εννοούνται αξιωματικοί του τακτικού Ελληνικού Στρατού, που είχαν αποχωρήσει εθελοντικά ή αποταχθεί λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων ή την ανάμιξή τους σε ενέργειες και κινήματα της πολιτικά ταραχώδους περιόδου πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Θέατρο: το αρχαίο θέατρο είχε την κάτοψη του παρακάτω
σχεδιαγράμματος και
αποτελούνταν από τα εξής μέρη.
θυμέλη: βρισκόταν στο κέντρο της ορχήστρας και ήταν ένας βωμός για το Θεό Διόνυσο.
κοίλον: ήταν το κεκλιμένο χωνοειδές επίπεδο, στο οποίο απλώνονταν αμφιθεατρικά τα εδώλια των θεατών. Συνήθως ήταν διαμορφωμένο σε πλαγιά υψώματος και συμπληρωνόταν με συσσώρευση χώματος, που στήριζαν αναλημματικοί τοίχοι. Η καμπυλότητα του κοίλου ακολουθεί την καμπυλότητα της ορχήστρας και τα άκρα του καταλήγουν σε αναλημματικούς τοίχους κατασκευασμένους με ορθογώνια λιθοδομή. Ανάμεσα στους αναλημματικούς τοίχους του κοίλου και τα άκρα της σκηνής υπήρχαν διάδρομοι για την προσέλευση των θεατών και, με την έναρξη της παράστασης, για την είσοδο του χορού. Αυτοί οι διάδρομοι ονομάζονται πάροδοι και στα μεγαλύτερα θέατρα διακοσμούνταν με μνημειώδεις πύλες. Στις παρόδους των θεάτρων στήνονταν συχνά μνημειώδεις στήλες ή επιγραφές με ψηφίσματα για να τα βλέπει πολύς κόσμος. Τα διαζώματα ήταν οριζόντιοι διάδρομοι, που χώριζαν το κοίλον σε ζώνες. Κάθε ζώνη χωριζόταν με εγκάρσιες ακτινωτές σκάλες σε σφηνοειδή τμήματα, τις κερκίδες. Στην πρώτη σειρά του κοίλου, στην περίμετρο της ορχήστρας, βρισκόταν η προεδρία, μια ημικυκλική σειρά λίθινων καθισμάτων ή θρόνων προορισμένων για τους αξιωματούχους και τα τιμώμενα πρόσωπα. Τα υπόλοιπα καθίσματα μπορεί να ήταν λίθινα, ή από ξύλο (ίκρια) πάνω σε λίθινο υπόβαθρο. Πάνω από την τελευταία σειρά καθισμάτων μπορούσε να επεκταθεί το θέατρο, αν το επέβαλλαν οι ανάγκες, με την προσθήκη επιθεάτρου.
ορχήστρα: ήταν μια κυκλική, συχνά πλακόστρωτη πλατεία στο κέντρο του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Στην ορχήστρα έπαιρνε θέση με την έναρξη της θεατρικής παράστασης ο χορός και εκεί ανέπτυσσαν τη δράση τους κατά την πρώιμη περίοδο και οι υποκριτές. Η ορχήστρα, με άλλα λόγια, ήταν η σκηνή των σημερινών θεάτρων.
παρασκήνια: ήταν δύο πτέρυγες στα άκρα της σκηνής, που προεξείχαν κι έδιναν στην κάτοψη της σκηνής σχήμα Π.
προσκήνιον: ήταν μια στοά με κίονες ή ημικίονες στο μπροστινό μέρος της σκηνής, προς την πλευρά της ορχήστρας. Ανάμεσα στα μετακιόνια διαστήματα του προσκηνίου βρίσκονταν θυρώματα και ζωγραφικοί πίνακες, που απέδιδαν το σκηνικό βάθος της δράσης πίσω από τους υποκριτές στην ορχήστρα. Τα θυρώματα του προσκηνίου σχημάτιζαν τρεις πύλες, από τις οποίες έρχονταν οι υποκριτές.
σκηνή: ήταν ένα ορθογώνιο, μακρόστενο, στεγασμένο κτήριο, που προστέθηκε τον 5ο αι. π.Χ. στην περιφέρεια της ορχήστρας απέναντι από το κοίλον. Αρχικά η σκηνή ήταν ισόγεια και χρησιμοποιούταν μόνο ως αποδυτήριον, όπως τα σημερινά παρασκήνια και τα καμαρίνια. (σχετικό)
Για την αυτόματη αλλαγή των σκηνικών αναφέρεται πως είχαν την «περίακτο», μια πρισματική περιστρεφόμενη κατασκευή. Είχαν επίσης το «εκκύκλημα» το «ημικύκλιο» και το «στροφείο», κυλιόμενες εξέδρες, τη «μηχανή» ή «κράδη» και την «γέρανο» για τη μεταφορά στον αέρα ανθρώπων ή των «από μηχανής θεών» και το «θεολογείο», εξέδρα στην οποία κάθονταν οι θεοί για να μιλήσουν με τους θνητούς. Για την αναπαράσταση καιρικών φαινομένων είχαν το «κεραυνοσκοπείο» και το «βροντείο», καθώς και τη «χαρώνεια κλίμακα», υπόγειο διάδρομο για την άνοδο και κάθοδο στον κάτω κόσμο των χθόνιων θεών και των φαντασμάτων.
Η ηχητική των αρχαίων θεάτρων που θαυμάζουμε σήμερα εξασφαλιζόταν με τα αντηχούντα αγγεία που βρίσκονταν ενσωματωμένα στο κοίλον. Τα αντηχούντα αγγεία τοποθετούνταν σύμφωνα με μαθηματικό υπολογισμό σε κόγχες κάτω από τα σκαλιά του κοίλου, διηρημένα σε αγγεία τέταρτης, πέμπτης, όγδοης και διπλής όγδοης, σύμφωνα με τις αντηχήσεις τους στις διάφορες νότες. Τα αγγεία, που ήταν στον ίδιο τόνο με τη φωνή των ηθοποιών προκαλούσαν αντήχηση, κάνοντας τη φωνή πιο δυνατή και πιο καθαρή. Ο Βιτρούβιος στο πέμπτο βιβλίο του αναλύει την αρμονική θεωρία του Αριστόξενου του Ταραντίνου και παραθέτει μουσικό διάγραμμα του Αριστόξενου. Το διάγραμμα αυτό δεν έχει σωθεί. Είναι όμως εύκολο να το αναπαραστήσουμε με βάση τις περιγραφές του Βιτρούβιου. Ο Αριστόξενος μας δίνει τις ακριβείς θέσεις και τις προδιαγραφές των "ηχείων", δηλαδή των αντηχούντων αγγείων.
Εκτός από τις αρχαίες πηγές, «σύγχρονες ακουστικές έρευνες αποδεικνύουν ότι στα αρχαία θέατρα έχουν εφαρμοστεί βασικές αρχές σχεδιασμού που εξασφαλίζουν ηχοπροστασία, ακουστική ζωντάνια, διαύγεια και καταληπτότητα του θεατρικού λόγου. Μια από τις βασικότερες αρχές είναι η ενίσχυση της φωνής με έγκαιρες, θετικές ηχοανακλάσεις επάνω σε στοιχεία του θεάτρου (δάπεδο ορχήστρας, πρόσοψη κτιρίου σκηνής, λογείο), για την εξασφάλιση ενός φυσικού, αυτοδύναμου (παθητικού) μεγαφώνου, που αναπληρώνει τις ενεργειακές απώλειες, κυρίως στα υψηλότερα καθίσματα του κοίλου». (σχετικό)
Θέμα:
Θησαυρός:
ήταν ορθογώνιο όρυγμα μικρού βάθους και το σκέπαζε μία μαρμάρινη πλάκα με
τρύπα στο κέντρο της. Εκεί έριχναν οι πιστοί τις προσφορές τους προς τους
Θεούς, χρησίμευε ως ταμείο του ναού και ως θυρίδα φύλαξης χρημάτων και
τιμαλφών. Αριστερά ο θησαυρός του
μικρού ναού του
Ασκληπιού στο πρώτο άνδηρο του
Ασκληπιείου της Κω.
Ορισμός στη Βικιπαίδεια.
Ιντζιρλίκι ή Γκιρλίκι: τοπωνύμιο που δεν χρησιμοποιείται πλέον. Στα τούρκικα σημαίνει «συκιώνας» και βρισκόταν περί τα 4 χιλιόμετρα από την πόλη. Οι Βρετανοί του Ντάραμ πρέπει να τάχθηκαν κάθετα επί της οδού Κω-χωρίων περίπου στο ύψος του σταδίου Φιλίνος/σούπερ μάρκετ Καρφούρ.
Κλαδάκης Μάρκος:
Κρηπίδωμα: Λήμμα στη Βικιπαίδεια.
Küstenjäger: σε κατά λέξη μετάφραση από τα γερμανικά ο όρος σημαίνει «κυνηγοί ακτών» ή «ακτοκυνηγοί». Δεδομένου όμως ότι στη γερμανική στρατιωτική ορολογία Jäger σημαίνει «ελαφρύ πεζικό» ή «τυφεκιοφόροι», θεωρώ ορθότερο ο όρος Küstenjäger να μεταφράζεται ως «πεζοναύτες».
Μηνολόγιο της Κω: στα πλαίσια της μεταξύ τους διαφοροποίησης, τα αρχαία ελληνικά κράτη χρησιμοποιούσαν διαφορετικά συστήματα μέτρησης του χρόνου. Το σύστημα προσδιορισμού των ετών, που έχει αποτυπωθεί κατά κόρον στην αρχαία ελληνική γραμματεία, είναι το αθηναϊκό με τους επωνύμους άρχοντες. Παρ’ ότι τα ονόματα των μηνών διέφεραν από κράτος σε κράτος, όλοι οι αρχαίοι Έλληνες διαιρούσαν το έτος σε 12 σεληνιακούς μήνες. Συμβατικά τοποθετούμε την πρώτη μέρα κάθε αρχαίου μήνα στη 16η μέρα κάθε σύγχρονου μήνα και την τελευταία μέρα κάθε αρχαίου μήνα στην 15η του επόμενου σύγχρονου μήνα. Αυτή η αναγκαστική αντιστοίχιση είναι εσφαλμένη, διότι αντιστοιχίζουμε τους σεληνιακούς μήνες των 29 ή 30 ημερών σε ηλιακούς των 30 ή 31 ημερών. Δηλαδή το αρχαίο ελληνικό έτος είχε 354 ημέρες έναντι 365 ημερών του σύγχρονου και μετά τη διόρθωση, του μεν αρχαίου με τον ανά τριετία εμβόλιμο μήνα των 30 ημερών, του δε σύγχρονου με την ανά τετραετία 1 πρόσθετη μέρα στο Φεβρουάριο, το διορθωμένο αρχαίο ελληνικό έτος είχε 364 ημέρες έναντι του 365,25 ημερών του διορθωμένου σύγχρονου έτους. Συνεπώς η ακριβής αντιστοίχιση των αρχαίων ημερομηνιών προς τις σημερινές είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση. Η ουσιαστικότερη δυσκολία προκύπτει από το γεγονός ότι το αρχαίο ελληνικό έτος άρχιζε την 16η Οκτωβρίου και εκτεινόταν σε δύο έτη σύμφωνα με τη σύγχρονη χρονολόγηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετές φορές να προτείνονται δύο διαδοχικά σύγχρονα έτη για κάποιο γεγονός, που τοποθετείται σε συγκεκριμένο αρχαίο έτος.
Το μηνολόγιο της Κω είναι το παρακάτω και σημειώνουμε ότι δεν συμφωνούν όλοι οι μελετητές με την αντιστοίχιση, που ακολουθούμε.
| ΣΕΙΡΑ | ΑΠΟ | ΕΩΣ | ΗΜΕΡΕΣ | ΜΗΝΑΣ |
|
4ος |
16 Ιαν | 15 Φεβ | 30 | Βατρόμιος |
| 5ος | 16 Φεβ | 15 Μαρ | 29 | Γεράστιος |
| 6ος | 16 Μαρ | 15 Απρ | 30 | Υακίνθιος |
| 7ος | 16 Απρ | 15 Μαϊ | 29 | Θευδαίσιος |
| 8ος | 16 Μαϊ | 15 Ιουν | 30 | Πεταγείτνιος |
| 9ος | 16 Ιουν | 15 Ιουλ | 29 | Δάλιος |
| 10ος | 16 Ιουλ | 15 Αυγ | 30 | Πάναμος |
| 11ος | 16 Αυγ | 15 Σεπ | 29 | Αλσείος |
| 12ος | 16 Σεπ | 15 Οκτ | 30 | Αγριάνειος |
| 1ος | 16 Οκτ | 15 Νοε | 29 | Καρνείος |
| 2ος | 16 Νοε | 15 Δεκ | 30 | Αρταμίτιος |
| 3ος | 16 Δεκ | 15 Ιαν | 29 | Καφίσιος |
Συγκρινόμενο με μηνολόγια άλλων κρατών διαπιστώνουμε ότι το Κώιον μοιάζει κατά 25% με το Λακωνικό και σχεδόν ταυτίζεται με το Σικελιωτικό.

Ομοπολιτεία Κω - Καλύμνου: αν ο Διόδωρος ο Σικελιώτης έχει δίκιο ισχυριζόμενος ότι οι Κώοι αποίκισαν την Κάλυμνο, τότε οι Καλύμνιοι ανέκαθεν απέδιδαν στην Κω τις τιμές, που όφειλαν οι αποικίες στη μητρόπολη. Ακόμη κι αν ο Διόδωρος κάνει λάθος (πράγμα καθόλου απίθανο), λόγω μικροτέρου μεγέθους και περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων η Κάλυμνος -αν και ανεξάρτητο κράτος - είναι λογικό να βρισκόταν υπό την ηγεμονία της Κω. Κάτι τέτοιο προκύπτει κι από τη Β΄ ραψωδία της Ιλιάδας. Μεταξύ 309-306 π.Χ. η Κως και η Κάλυμνος σχημάτισαν ομοπολιτεία, για την οποία δεν γνωρίζουμε μόνο ότι εξυπηρετούσε το κράτος των Πτολεμαίων και την κατήργησε ο Αντίγονος, μόλις κατέλαβε τα δύο νησιά. Η Κως και η Κάλυμνος σχημάτισαν και πάλι ομοπολιτεία μεταξύ 205-202 π.Χ. λόγω των Κρητικών Πολέμων. Γι' αυτήν την ομοπολιτεία έχουμε πληροφορίες από τον όρκο της ομοπολιτείας, που βρέθηκε σε μία επιγραφή: "...θα μείνω πιστός στην καθεστηκυία δημοκρατία, στην αποκατασταθείσα ομοπολιτεία και στους πατρώους νόμους της Κω ... ούτε θα ανεχθώ να μειωθεί η δύναμη της δημοκρατίας της Κω ...". Σε επιτύμβια επιγραφή της Καλύμνου δηλώνεται η "εθνικότητα" του θανόντος: "...δήμος δε Κάλυμνα, Κω δε πάτρα ...". Δηλαδή η ομοπολιτεία Κω - Καλύμνου είχε υιοθετήσει αυτούσια τη νομοθεσία της Κω, το κρατικό της όνομα ήταν "Κως" και το νησί της Καλύμνου υποβιβάστηκε σε δήμο του νέου ομόσπονδου κράτους.
Σάτυρος: (στη δωρική διάλεκτο Τίτυρος): ήταν προσωποποιήσεις της γονιμότητας της Φύσης και δαίμονες της ελληνικής θρησκείας (ένα είδος κατώτερων θεοτήτων, "παιδιά θεών, αλλά όχι θεοί", λέει ο Αριστοτέλης). Κατά τον Ησίοδο γεννήθηκαν μαζί με τις Νύμφες και τους Κουρήτες από πέντε εγγονές του Φορωνέως. Ζούσαν στα δάση και στα βουνά, ήταν εύθυμοι, παιχνιδιάρηδες, ερωτιάρηδες, τους άρεσε η μουσική και ο χορός και αποτελούσαν τη συνήθη συνοδεία του θεού Διονύσου. Στις παλαιότερες παραστάσεις είναι άσχημοι, έχουν κέρατα, αυτιά ζώου και πόδια τράγου, αλλά από τον 4ο π.Χ. αιώνα απεικονίζονται με πολύ πιο ανθρώπινη μορφή και νέοι, σε αντίθεση προς τους Σειληνούς, που απεικονίζονται γέροντες.
Σύνταγμα Δωδεκανησίων: μετακινήθηκε εδώ.
Σχολή ιατρική της Κνίδου: τόσο η Κνίδος όσο και η Κως ήταν μέλη της Δωρικής Εξάπολης και η ιατρική σχολή της Κνίδου ήταν μάλλον παλαιότερη εκείνης της Κω. Με τον όρο σχολή δεν εννοούμε κάτι αντίστοιχο των σημερινών πανεπιστημιακών σχολών, αλλά μάλλον έναν τρόπο σκέψης, μια ερευνητική κατεύθυνση. Η σχολή της Κνίδου έδινε μεγάλη βαρύτητα στη λεπτομερή διερεύνηση των συμπτωμάτων κάθε νόσου, που τη χώριζαν σε υποκατηγορίες, ενώ για τη θεραπεία χρησιμοποιούσε δοκιμασμένες παραδοσιακές μεθόδους.
Σχολή ιατρική της Κω: τόσο η Κνίδος όσο και η Κως ήταν μέλη της Δωρικής Εξάπολης και η ιατρική σχολή της Κνίδου ήταν μάλλον παλαιότερη εκείνης της Κω. Με τον όρο σχολή δεν εννοούμε κάτι αντίστοιχο των σημερινών πανεπιστημιακών σχολών, αλλά μάλλον έναν τρόπο σκέψης, μια ερευνητική κατεύθυνση. Η σχολή της Κω εξέταζε τις νόσους σε σχέση με τη συνολική κατάσταση του οργανισμού, αναζητούσε τις αιτίες κάθε νόσου και επεδίωκε την πρόληψή τους. Κορυφαίος εκφραστής της σχολής της Κω ήταν ο Ιπποκράτης.
Φυλές: τη γεωμετρική εποχή ο πληθυσμός της Κω ήταν χωρισμένος σε τρεις φυλές Δυμάνες, Υλλείς, Πάμφυλοι. Αυτές ήταν κοινές σε όλους τους δωρικούς πληθυσμούς: οι μεν Δύμας και Ύλλος ήταν γιοί του Ηρακλή ο δε Πάμφυλος εγγονός του Δώρου.
Herzog Rudolf: