|
Σύνταγμα Δωδεκανησίων εθελοντών |
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
Περιεχόμενα
Η ιστοσελίδα αυτή έχει σκοπό να αποδώσει την πρέπουσα τιμή στους Δωδεκανήσιους, που χωρίς καμία νομική -ίσως και χωρίς καμία ηθική- υποχρέωση κατατάχτηκαν εθελοντικά στον Ελληνικό Στρατό και πολέμησαν εναντίον των δυνάμεων του Άξονα. Για να γίνουν καλύτερα αντιληπτά τα γεγονότα, παρατίθεται εν συντομία το γενικότερο πλαίσιο, μέσα στο οποίο συγκροτήθηκε, έδρασε και διαλύθηκε το Σύνταγμα. Λεπτομερέστερα εξετάζεται το διάστημα από 10 έως 13 Απριλίου, οπότε ήρθε σε επαφή με τον εχθρό και οι ενέργειες των Βρετανών επέφεραν την καταστροφή του.
Η συγκρότηση του Συντάγματος Δωδεκανησίων Εθελοντών Ενώ τα Δωδεκάνησα ήταν υπό ιταλική κατοχή, στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και η Δωδεκανησιακή παροικία της Αθήνας θεώρησε ότι ήταν καταλληλότερη ευκαιρία για την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων. Με επικεφαλής τη Δωδεκανησιακή Νεολαία Αθηνών έγιναν δυναμικές εκδηλώσεις στην Αθήνα και παράλληλα ζητήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση να επιτραπεί η εθελοντική κατάταξη στον ελληνικό στρατό των Δωδεκανησίων εθελοντών, που δεν είχαν ελληνική υπηκοότητα. Η αποδοχή του αιτήματος δεν ήταν καθόλου εύκολη για την κυβέρνηση με δεδομένες τις τρομακτικές ελλείψεις του τακτικού στρατού. Δεν ήταν καθόλου εύκολος ούτε ο εξοπλισμός, ούτε η σίτιση, ούτε η εκπαίδευση επιπλέον προσωπικού, ούτε η στελέχωση επιπλέον μονάδων. Παρά ταύτα η κυβέρνηση δέχτηκε το αίτημα και στις 13 Νοεμβρίου 1940 με την Α.Π. 10234 διαταγή του Γενικού Στρατηγείου συγκρότησε ως τακτική πολεμική μονάδα του Εθνικού Στρατού το «Σύνταγμα Δωδεκανησίων» βασιζόμενη στις υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις της Δωδεκανησιακής παροικίας για τον αριθμό των μελών της. Η κατάταξη διήρκεσε από τις 20 Νοεμβρίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου και παρουσιάστηκαν συνολικά 1.924 εθελοντές κάθε ηλικίας, επαγγέλματος και μορφωτικού επιπέδου, εκ των οποίων κρίθηκαν ικανοί οι 1.665. Κατά την εκπαίδευση και καθώς το Σύνταγμα διαρθρωνόταν για πολεμικές επιχειρήσεις, μερικοί απολύθηκαν λόγω ηλικίας ή ασθενειών και ο τελικός αριθμός των Δωδεκανησίων εθελοντών διαμορφώθηκε στους 1.586. Ο αριθμός αυτός αρκούσε μόνο για ένα τάγμα συν έναν λόχο με πολεμική σύνθεση, όμως είχε συγκροτηθεί σύνταγμα, του οποίου η πολεμική σύνθεση απαιτούσε πάνω από 3.500 άντρες. Η υπολειπόμενη δύναμη των περίπου 2.000 αντρών συμπληρώθηκε με στρατιώτες καταγόμενους τόσο από άλλα μέρη (κυρίως από τη Σάμο, τη Χίο, τη Λέσβο και τις Κυκλάδες) όσο και με εφέδρους του πολεμικού ναυτικού. Μόνο το Ι Τάγμα του Συντάγματος Δωδεκανησίων εθελοντών αποτελούνταν αμιγώς από Δωδεκανησίους, ενώ τα άλλα τάγματα καθώς και τα τμήματα διοίκησης και υποστήριξης διέθεταν ελάχιστους. Η συγκρότηση «Συντάγματος Δωδεκανησίων» δημιούργησε στην παροικία και στους καταταγέντες εθελοντές την πεποίθηση ότι αποστολή τους θα ήταν η απελευθέρωση των Δωδεκανήσων. Όμως οι αρμόδιοι αξιωματικοί εξαρχής κατέστησαν σαφές ότι επιχειρήσεις κατά των Δωδεκανήσων μπορούσαν να γίνουν μόνο σε συνεργασία με το βρετανικό ναυτικό και ότι δεν υπήρχε κανένας σχεδιασμός για κατάληψη των Δωδεκανήσων. Αντίθετα πίστευαν ότι η απελευθέρωση των Δωδεκανήσων θα κατοχυρωνόταν στο αλβανικό μέτωπο. Αμέσως μόλις έγινε αισθητή η κινητοποίηση των Δωδεκανησίων, ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα είχε δηλώσει στην ελληνική κυβέρνηση ότι το ζήτημα των Δωδεκανήσων ενδιέφερε άμεσα την Τουρκία, που δεν θα έμενε απαθής σε απόπειρα κατάληψής τους από ελληνικές δυνάμεις. Μόλις δε συγκροτήθηκε το Σύνταγμα Δωδεκανησίων, ο Τούρκος πρέσβης προέβη σε νέες παραστάσεις, ενώ οι Άγγλοι ζήτησαν την απομάκρυνσή του από την Αθήνα, διότι η παρουσία του εκεί και η φημολογούμενη αποστολή του στα Δωδεκάνησα ανησυχούσαν και δυσαρεστούσαν την Τουρκία, πράγμα που έβλαπτε τα συμμαχικά συμφέροντα. Εκείνη την περίοδο κυκλοφορούσαν πληροφορίες ότι η Αγγλία, προκειμένου να πείσει την φιλογερμανικά ουδέτερη Τουρκία να μπει στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, παζάρευε να της παραχωρήσει όχι μόνο τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, αλλά και νησιά εντός της ελληνικής επικράτειας, όπως η Σάμος, η Χίος και η Λέσβος. Προφανώς δεν είναι άσχετο με αυτά ότι ολόκληρο το Σύνταγμα Δωδεκανησίων επελέγη ως τιμητική συνοδεία, όταν (31.01.1941) κηδεύτηκε με επισημότητα ο Ιωάννης Μεταξάς. Αν και αρχικά το Γ.Ε.Σ. ήταν αρνητικό στη συγκρότηση του Συντάγματος Δωδεκανησίων, από τη στιγμή που αυτό συγκροτήθηκε, του παρέσχαν κάθε δυνατή υποστήριξη. Πρώτος διοικητής του ορίστηκε ο έφεδρος λοχαγός (μετέπειτα ταγματάρχης) Κλαδάκης, στον οποίο δόθηκε πλήρης ελευθερία κινήσεων για την τάχιστη οργάνωση και αρτιότερη εκπαίδευση των εθελοντών. Με την επιμονή του Κλαδάκη και την αμέριστη βοήθεια όλων των εμπλεκομένων αξιωματικών ξεπεράστηκαν σε ικανοποιητικό βαθμό οι ελλείψεις σε οπλισμό, ιματισμό, εκπαιδευτές και στελέχη. Χαρακτηριστικό των προβλημάτων στην εκπαίδευση και τον εξοπλισμό είναι ότι, ενώ εκπαιδεύτηκαν στη χρήση τυφεκίων Μάουζερ και οπλοπολυβόλων Χότσκις, τελικά εφοδιάστηκαν με τυφέκια Μάνλιχερ (φωτο) και οπλοπολυβόλα Chauchat C.S.R.G. (φωτο εδώ κι εδώ) του 1915. Μετά από σύντομη αλλά εντατική εκπαίδευση στου Γουδή οι Δωδεκανήσιοι εθελοντές ορκίστηκαν στις 12 Ιανουαρίου 1941 και παρέλαβαν την πολεμική σημαία του Συντάγματος. Το Σύνταγμα Δωδεκανησίων είχε διοικητή τον έφεδρο αντισυνταγματάρχη Ιωάννη Νικολάου και περιελάμβανε 3 Τάγματα υπό τους εφέδρους ταγματάρχες Μάρκο Κλαδάκη, Παναγιώτη Γεωργαντόπουλο και Κωνσταντίνο Δρανδάκη. Όλοι οι αξιωματικοί είχαν πολεμική εμπειρία από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Μακεδονικό Μέτωπο ή την Μικρασιατική εκστρατεία.
Οι αμυντικοί σχεδιασμοί της κυβέρνησης και του Γενικού Στρατηγείου Στις αρχές του 1941 οι Σύμμαχοι υφίσταντο τη μία ήττα μετά την άλλη σε όλα τα μέτωπα και ο νικηφόρος Ελληνικός Στρατός στην Αλβανία αντιμετώπιζε τον κίνδυνο εσωτερικής κατάρρευσης. Επιπλέον, το αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων είχε απορροφήσει και δυνάμεις από την ελληνοβουλγαρική μεθόριο, αφήνοντας στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη (σε ανάπτυγμα μετώπου από τον Αξιό ως τον Έβρο 500 περίπου χιλιομέτρων) μόνο 4 μεραρχίες με σύνθεση μικρότερη της πολεμικής και εντελώς ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση γερμανικής εισβολής. Όταν άρχισε να διαφαίνεται και ο κίνδυνος γερμανικής επίθεσης, ο Αρχιστράτηγος Παπάγος σε έκθεσή του προς τον Πρωθυπουργό υπολόγισε ότι η άμυνα της Ελλάδας απαιτούσε ενίσχυση με 8 ή 9 μεραρχίες, ισχυρά αντιαρματικά και αντιαεροπορικά μέσα καθώς και ανάλογη αεροπορική δύναμη. Σε σύσκεψη στις 15 και 16 Ιανουαρίου 1941 ο Αρχιστράτηγος των Βρετανικών Δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, Στρατηγός Ουέιβελ, ανακοίνωσε ότι μετά από ένα δίμηνο θα μπορούσε να εξασφαλίσει 2-3 μεραρχίες από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Κατά τον Τσόρτσιλ, ο Παπάγος δήλωσε ότι μπορούσε να εξασφαλίσει άλλες πέντε αξιόμαχες ελληνικές μεραρχίες, κάτι το οποίο ήταν εντελώς ανέφικτο, αφού ούτε διαθέσιμο προσωπικό υπήρχε σε εφεδρεία ούτε δυνατότητα υποστήριξής του από τη διοικητική μέριμνα. Απ’ την άλλη πλευρά, δύσκολα μπορεί να δεχθεί κανείς ότι οι Βρετανοί δεν είχαν γνώση της κατάστασης του ελληνικού στρατού και των δυνατοτήτων της χώρας. Αφού η άμυνα της Ελλάδας απαιτούσε 8-9 μεραρχίες και ο ελληνικός στρατός μπόρεσε τελικά να εξασφαλίσει 2 κατ’ επίφασιν μεραρχίες, η άμυνα θα βάρυνε κατά κύριο λόγο τις 2-3 βρετανικές μεραρχίες και συνολικά θα έλειπαν 4 μεραρχίες, δηλαδή η μισή απαιτούμενη δύναμη αντρών και σχεδόν το σύνολο των αντιαρματικών και αντιαεροπορικών μέσων. Άρα, αν όντως ο Παπάγος παραπλάνησε τους Βρετανούς σχετικά με τις διαθέσιμες δυνάμεις του ελληνικού στρατού, ασφαλώς το έκανε για να πετύχει την αποστολή βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Αυτό με τη σειρά του δείχνει πόσο αποφασισμένη ήταν η Ελλάδα, όχι φυσικά να αποκρούσει τους Γερμανούς, αλλά να προβάλει εδαφικές διεκδικήσεις μετά τον πόλεμο. Ταυτόχρονα όμως η αποστολή ανεπαρκών βρετανικών δυνάμεων απλώς θα έδινε στους Γερμανούς την αφορμή να επιτεθούν κατά της Ελλάδας. Έτσι, δεδομένης της αδυναμίας των Βρετανών να συνδράμουν αποφασιστικά την άμυνα της Ελλάδας, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να τους προσκαλέσει μόνο σε περίπτωση, που οι Γερμανοί εισέρχονταν στη Βουλγαρία, οπότε θα είχαν αποκαλύψει τις προθέσεις τους.
Η πορεία του Συντάγματος Δωδεκανησίων προς το μέτωπο Το Σύνταγμα Δωδεκανησίων αποτέλεσε τον πυρήνα της 20ης Μεραρχίας, που άρχισε να συγκροτείται στις 12 Φεβρουαρίου 1941 εκ των ενόντων, για να ενισχύσει το αλβανικό μέτωπο. Η δύναμή της ενισχύθηκε με το επίσης νεοσύστατο 35ο Σύνταγμα Πεζικού και αργότερα με το 80ο Σύνταγμα Πεζικού. Κανένα από τα Συντάγματα της 20ης Μεραρχίας δεν ήταν πλήρως επανδρωμένο και μόνο των Δωδεκανησίων εθελοντών ήταν πληρέστερα συγκροτημένο και αρτιότερα εκπαιδευμένο. Διοικητής της μεραρχίας ορίστηκε ο αντιστράτηγος Καράσσος, ως τότε Β΄ Υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Στις 21 Φεβρουαρίου το Σύνταγμα Δωδεκανησίων εθελοντών διατάχθηκε να μεταβεί στη Βεύη και μέχρι την 04:00 της 25ης Φεβρουαρίου είχε ολοκληρωθεί η μετακίνησή της. Στις 22 Φεβρουαρίου έφτασαν μυστικά στην Αθήνα ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Άντονυ Ήντεν, ο Αρχηγός του Βρετανικού Επιτελείου Στρατάρχης Ντηλ, ο Στρατάρχης της Αεροπορίας Λόγκμορ και ο αντιπρόσωπος του Ναυάρχου Κάνιγκαμ, για να συμμετάσχουν σε σύσκεψη με τον Αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο υπό την προεδρία του Βασιλιά. Ένα σοβαρό πρόβλημα στην άμυνα ήταν ότι τυχόν εχθρική επίθεση από την κοιλάδα Στρούμιτσα προς τη Θεσσαλονίκη δεν μπορούσε να αποκρουστεί και οι δυνάμεις στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη θα βρίσκονταν αποκομμένες. Από στρατιωτική άποψη και λαμβάνοντας υπόψη τις διαθέσιμες δυνάμεις, τα οχυρωματικά έργα και τη μορφολογία του εδάφους ήταν σκόπιμη η εκκένωση της οχυρωμένης ελληνοβουλγαρικής μεθορίου και η μεταφορά των εκεί δυνάμεων στην οικονομικότερη και φύσει οχυρή τοποθεσία Καϊμακτσαλάν-Βέρμιο-Αλιάκμονας (τοποθεσία Βερμίου). Συμφωνήθηκε λοιπόν σε περίπτωση αρνητικής στάσης της Γιουγκοσλαβίας να εκκενωθούν τα εδάφη ανατολικά του Αξιού και να μεταφερθούν οι εκεί δυνάμεις στην τοποθεσία Βερμίου, όπου θα τάσσονταν και οι βρετανικές ενισχύσεις. Η τοποθεσία Βερμίου είναι παντού αντιαρματική με εξαίρεση ορισμένα παραλιακά σημεία της και οι Βρετανοί επέμειναν εξαρχής να οργανωθεί εκεί η άμυνα. Αυτό δεν έγινε αποδεκτό από την ελληνική πλευρά, διότι σήμαινε πρόωρη εγκατάλειψη της Θεσσαλονίκης, του μεγαλύτερου μέρους της Μακεδονίας και όλης της Θράκης. Αυτά τα εδάφη είχαν προσαρτηθεί στην Ελλάδα κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, γεγονός με το οποίο τουλάχιστον η Τουρκία και η Βουλγαρία δεν είχαν συμφιλιωθεί. Επιπλέον, όπως φαίνεται από τα τοπωνύμια στους χάρτες της εποχής και όπως καταγράφει ο Κλαδάκης, τουλάχιστον η Μακεδονία ήταν εθνολογικά αρκετά ευπαθής. Έτσι, η πρόωρη και άνευ ορατής στρατιωτικής πιέσεως εγκατάλειψη από τον ελληνικό στρατό αυτών των ευαίσθητων εδαφών θα ισοδυναμούσε με πρόσκληση προς τους γείτονες. Αφού ένας τοπικός πόλεμος είχε αλλάξει τα σύνορα της περιοχής, ένας παγκόσμιος πόλεμος μπορούσε να τα αλλάξει άλλη μια φορά. Άλλωστε και η ίδια η Ελλάδα ήλπιζε σε αλλαγή συνόρων στα Δωδεκάνησα. Το αρνητικό της τοποθεσίας Βερμίου ήταν ότι, για να επιχειρήσουν οι Γερμανοί από την κοιλάδα της Στρούμιτσας, έπρεπε προηγουμένως να μπουν σε γιουγκοσλαβικό έδαφος. Αν οι Γερμανοί απλώς προκαλούσαν τοπικό ρήγμα στα νοτιοανατολικά της γιουγκοσλαβικής άμυνας, τότε η τοποθεσία Βερμίου όντως είχε αμυντική αξία. Αν όμως οι Γερμανοί ήταν ελεύθεροι να επιχειρήσουν σε όλο το μήκος της ελληνογιουγκοσλαβικής μεθορίου, θα μπορούσαν και να επιτεθούν από τον άξονα Μοναστήρι-Φλώρινα. Αυτός περιελάμβανε σημαντικές οδικές αρτηρίες, που επέτρεπαν τη δράση μηχανοκίνητων μονάδων και θα οδηγούσαν ταχέως τις εχθρικές δυνάμεις στα νώτα τόσο της τοποθεσίας Βερμίου όσο και του αλβανικού μετώπου. Σε περίπτωση απώλειας της Γιουγκοσλαβίας ως καταλληλότερη γραμμή άμυνας είχε κριθεί η γενική τοποθεσία: ελληνοαλβανική μεθόριος-Σμόλικας-Όρλιακας-Αλιάκμονας-Όλυμπος. Στις 24 Φεβρουαρίου η ιταλική αεροπορία βομβάρδισε το σιδηροδρομικό σταθμό του Αρμενοχωρίου κοντά στη Φλώρινα την ώρα, που αποβιβάζονταν τμήματα του 35ου ΣΠ με αποτέλεσμα έναν νεκρό στρατιώτη. Στις 28 Φεβρουαρίου, 1 και 2 Μαρτίου ιταλικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν ανεπιτυχώς και από μεγάλο ύψος το χωρίο Σκοπιά κοντά στη Φλώρινα, όπου βρισκόταν το Στρατηγείο της 20ης Μεραρχίας, καθιστώντας σαφές ότι ο εχθρός γνώριζε όχι μόνο τις θέσεις και τις κινήσεις των ελληνικών στρατευμάτων, αλλά και τη θέση του Στρατηγείου τους. Από την 1η Μαρτίου τα γερμανικά στρατεύματα άρχισαν να προωθούνται στη φιλική τους Βουλγαρία καθιστώντας ορατή την εισβολή στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία. Από τις 2 έως τις 4 Μαρτίου σε αλλεπάλληλες συσκέψεις Ελλήνων και Άγγλων επιτελών αποφασίστηκε η αποβίβαση βρετανικών ενισχύσεων στην Ελλάδα, η διάλυση του ΤΣΘ (Τμήματος Στρατιάς Θράκης), η εκκένωση της Θράκης, η μεταφορά δυνάμεων στην κεντρική Μακεδονία και η συγκρότηση νέου τμήματος στρατιάς, του Τμήματος Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ). Στις 6 Μαρτίου διαλύθηκε το ΤΣΘ και το Στρατηγείο του απετέλεσε το Στρατηγείο του ΤΣΚΜ υπό τις διαταγές του έφεδρου αντιστράτηγου Κωτούλα Ιωάννη, ως τότε διοικητού του ΤΣΘ. Το ίδιο πρωί η 20η Μεραρχία διέταξε τις δυνάμεις της να ετοιμαστούν για μετακίνηση στον βόρειο τομέα του ελληνοϊταλικού μετώπου, αλλά λίγες ώρες αργότερα πήρε διαταγές για τη νέα της αποστολή στα πλαίσια του ΤΣΚΜ και διέταξε τις δυνάμεις της να μετακινηθούν βόρεια της λίμνης Οστρόβου (Βεγορίτιδας). Από τις 7 Μαρτίου
άρχισε η αποβίβαση στην Ελλάδα του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος,
υπό τις διαταγές του Άγγλου στρατηγού
σερ Χένρι Μαίητλαντ Ουίλσον.
Κανένας απολύτως δεν πίστευε ότι οι ανεπαρκείς εκείνες βρετανικές ενισχύσεις
θα απέτρεπαν την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Η αποστολή τους
είχε συμβολικό χαρακτήρα και έδειχνε τη στενή σχέση της Ελλάδας με
τους Συμμάχους. Σε διαταγή του προς τις βρετανικές ενισχύσεις ο στατηγός
Ουέιβελ είπε
«θα
πολεμήσετε μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός σας διά την Ελλάδα, όπως
ακριβώς θα επολεμούσατε και διά την Αγγλίαν»
και σχεδόν αυτή η αποστολή του είχε
ανατεθεί από τους προϊσταμένους του. Πράγματι ο Τσόρτσιλ θα έγραφε λίγες
μέρες αργότερα ότι «…αν διαθέταμε επί τόπου μόνο βρετανικές δυνάμεις …θα επίεζα τον
Ουίλσον να πολεμήσει μέχρις εσχάτων, αν κρίνει ότι ημπορεί να το κάνει αυτό»4. Σε
νέα σύσκεψη στις 26 Μαρτίου στην Αθήνα ο διοικητής του ΤΣΚΜ έπεισε τον διοικητή
του ΤΣΑΜ και τον Αρχιστράτηγο
Αλέξανδρο Παπάγο να μεταφερθούν δυνάμεις του ΤΣΑΜ στο
Βέρμιο. Στις 27 Μαρτίου έφτασε η πληροφορία ότι η κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας, που
είχε υπογράψει την προσχώρηση στον Άξονα, ανατράπηκε με πραξικόπημα κι έτσι οι
Επιτελείς αποφάσισαν να ενισχύσουν τη
γραμμή Μπέλες-Νέστος
(Μεταξά) αποσπώντας από το ΤΣΚΜ
τη 19η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία, πιστεύοντας ότι οι
Γιουγκοσλάβοι θα συγκρατούσαν τις γερμανικές δυνάμεις.
Όπως χαρακτηριστικά λέει ο
Τσόρτσιλ, «Πολύ
λίγες επαφές υπήρχαν με το γιουγκοσλαβικό Γενικό Επιτελείο, το οποίου το σχέδιο
αμύνης και ο βαθμός προετοιμασίας ήταν το ίδιο άγνωστα στους Έλληνες όσο και σε
μας. Ελπίζαμε πάντως ότι, στις περιοχές όπου οι Γερμανοί θα συναντούσαν
δυσκολίες, οι Γιουγκοσλάβοι θα ήσαν τουλάχιστον ικανοί να επιβάλουν στον εχθρό
κάποια καθυστέρηση. Η ελπίδα αυτή απεδείχθη αβάσιμη»4. Στην έγκαιρη και άρτια ολοκλήρωση των εργασιών συνετέλεσαν επιπλέον η επίταξη δύο πετρελαιοκίνητων μηχανικών εκσκαφέων της Εταιρείας Τεχνικών Υδραυλικών Έργων Μακεδονίας, που δούλευαν ασταμάτητα όλο το 24ωρο, και η εργασία πολλών κατοίκων της περιοχής, που χρησιμοποιήθηκαν ως εργάτες από το Μηχανικό. Ωστόσο η αμυντική αξία της τοποθεσίας Βερμίου σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να συγκριθεί με εκείνη της γραμμής Μπέλες-Νέστος. Επιπλέον «Το μέτωπον της Μεραρχίας ήτο εξαιρετικώς μέγα, περίπου 51 χιλιομέτρων, αι δε δυνάμεις αυτής, μικρότεραι ούσαι των οργανικών, ήσαν πολύ μικραί δια τόσον μέγα μέτωπον»5 και «η επέκταση του μετώπου βόρεια του Αμυνταίου απορρόφησε όλες τις εφεδρείες»1, το δε «ανάπτυγμα της υπόψη τοποθεσίας ήταν περίπου 170 χιλιόμετρα, με αποτέλεσμα να κατέχεται αραιά και να μην προσφέρεται για παρατεταμένη άμυνα»1. Στις 6 Απριλίου τα γερμανικά στρατεύματα επιχειρώντας από τη Βουλγαρία προσέβαλαν ταυτόχρονα την Ελλάδα (γραμμή Μπέλες-Νέστος) και τη νότια Γιουγκοσλαβία. Τη στιγμή εκείνη η μεν ελληνική πολεμική αεροπορία πρακτικώς υπήρχε μόνο στα χαρτιά, η δε RAF στην Ελλάδα διέθετε 80 αεροπλάνα μάχης, τα οποία έπρεπε να αντιμετωπίσουν περισσότερα από 800 γερμανικά αεροπλάνα μάχης. Αυτό επέτρεπε στη γερμανική αεροπορία να πραγματοποιεί επιδρομές σε μεγάλο βάθος, ασταμάτητα και σχεδόν ανενόχλητη. Σε μία τέτοια επιδρομή τη νύχτα της 6ης Απριλίου ανατινάχθηκε ένα ελλιμενισμένο στο λιμάνι του Πειραιά αγγλικό φορτηγό πλοίο, που μετέφερε 200 τόνους τρινιτροτολουόλης. Η επιδρομή αυτή ήταν εξαιρετικά επιτυχής, αφού, εκτός του ότι καταστράφηκαν 11 ελληνικά και βρετανικά πλοία, εφεξής τα μεταγωγικά αναγκάστηκαν να χρησιμοποιούν άλλα λιγότερο κατάλληλα λιμάνια. Επίσης, κατά τον Τσόρτσιλ, «Τη στιγμή που οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα, η 1η βρετανική τεθωρακισμένη ταξιαρχία ευρίσκετο στην πρώτη γραμμή επί του Βαρδάρη. Η νεοζηλανδική μεραρχία είχε παραταχθεί στις όχθες του Αλιάκμονος … Όσον αφορά τις εμπροσθοφυλακές της 6ης αυστραλιανής μεραρχίας, είχαν αρχίσει να καταφθάνουν»4. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη των βρετανικών δυνάμεων στην τοποθεσία Βερμίου δεν είχε καν ολοκληρωθεί.
Από το βράδυ της 7ης
Απριλίου μεγάλες φάλαγγες γιουγκοσλαβικών αυτοκινήτων με Γιουγκοσλάβους
αξιωματικούς και τις οικογένειές τους άρχισαν να περνούν τα σύνορα και να
μπαίνουν στην Ελλάδα, εμποδίζοντας πολλές φορές τις κινήσεις των ελληνικών
δυνάμεων στην Κεντρική Μακεδονία. Αναλυτικά και ανά ημέρα η κατάσταση εξελίχθηκε
ως εξής: Στην πραγματικότητα είχε καταρρεύσει η γιουγκοσλαβική αντίσταση και η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής άμυνας, η κοιλάδα του Αξιού, είχε βρεθεί εκτεθειμένη. Περί την 06:00 η 2η γερμανική Τεθωρακισμένη Μεραρχία εισέβαλε στην Ελλάδα από την περιοχή της Δοϊράνης και το XL Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού κατέλαβε τα απόγευμα τα Σκόπια. Έτσι διατάχθηκαν το μεν ΤΣΑΜ να συνθηκολογήσει για να αποφευχθεί άσκοπη αιματοχυσία, το δε Συγκρότημα W να μετακινηθεί σε νέες θέσεις. Από αυτό το σημείο άρχισαν τα προβλήματα μεταξύ των Ελλήνων και των Βρετανών διοικητών του Συγκροτήματος W. Ο στρατηγός Ουίλσον αγνόησε συστηματικά τις απόψεις των Ελλήνων αξιωματικών, που γνώριζαν πολύ καλά τη μορφολογία της χώρας και πρότειναν τις ορθές, όπως απέδειξαν τα δραματικά γεγονότα των επομένων ημερών, κινήσεις. Η εμμονή του στην αρχικά συμφωνημένη τοποθεσία Βερμίου παρ’ ότι τα γεγονότα την είχαν αχρηστεύσει, η επιμονή του να μην ενημερώνει εγκαίρως τους Έλληνες επιτελείς για τις προθέσεις του, να σχεδιάζει ερήμην τους και να τους φέρνει αιφνιδιαστικά προ αμετακλήτων αποφάσεων, πρωτίστως αχρήστευσαν τα αμυντικά σχέδια του Γενικού Στρατηγείου με αποτέλεσμα την ανάξια λόγου επιβράδυνση της γερμανικής προέλασης και εν τέλει οδήγησαν στην καταστροφή όχι μόνο ελληνικές δυνάμεις (μεταξύ των οποίων και το Σύνταγμα Δωδεκανησίων), αλλά και βρετανικές. Το ΤΣΚΜ αμέσως πρότεινε να εκκενώσουν την τοποθεσία Βερμίου, να αναπτυχθούν στη γραμμή Κλεισούρα-Σινιάτσικο-Βούρινος και να οργανώσουν άμυνα επί του Αλιάκμονος, δηλαδή πρότεινε να συμπτυχθούν πλησιέστερα προς τη γραμμή αμύνης, που είχε προκαθορίσει το Στρατηγείο για την περίπτωση εισβολής από όλο το μήκος της γιουγκοσλαβικής μεθορίου. Προφανώς το επόμενο βήμα θα ήταν να συμπτυχθούν ακόμη περισσότερο, σ’ εκείνη την προκαθορισμένη γραμμή. Όμως ο Ουίλσον απέρριψε το σχέδιο κι έτσι περί την 22:00 η 20η Μεραρχία διέταξε τις δυνάμεις της να μετακινηθούν σε νέες αμυντικές θέσεις επί της ιδίας γενικής τοποθεσίας Βερμίου. Κατά τη μετακίνηση προσκολλήθηκαν και 3 λόχοι προκαλύψεως του Χ (10ου) Συνοριακού Τομέα, που ως τότε ήταν ανεπτυγμένος στην περιοχή Γευγελή-Καϊμακτσλάν. Χαρακτηριστικό της νέας αυτής αμυντικής διάταξης είναι ότι ο Ουίλσον ανέθεσε τη φύλαξη της στενωπού Κλειδίου όχι στις κοντινές ελληνικές δυνάμεις, αλλά σε βρετανικές, τις οποίες μετέφερε από μεγάλη απόσταση από τα νότια και τα ανατολικά. Δηλαδή, στο τακτικό σφάλμα προσέθεσε και την κόπωση των βρετανικών δυνάμεων, που επί μεγάλο χρονικό διάστημα μετεκινούντο από το ένα σημείο στο άλλο. Αργότερα, στις 13 Απριλίου σε τηλεγράφημα προς τον Ουίλσον ο Τσόρτσιλ θα πει: «Με πολλή ικανοποίηση βλέπω την κίνηση της 20ης ελληνικής μεραρχίας και της μεραρχίας ιππικού για να καλυφθεί το κενό μεταξύ της ελληνικής δυτικής στρατιάς και της δικής σας … Δεν ημπορώ να αντιληφθώ γιατί η ελληνική δυτική στρατιά δεν αναλαμβάνει να εξασφαλίσει την υποχώρησή της προς το εσωτερικό της χώρας. Ο Αρχηγός του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου εδήλωσε ότι το ζήτημα τούτο υπεδείχθη πολλές φορές ως τώρα, χωρίς όμως αποτέλεσμα»4 [σχεδιάγραμμα]. Είναι προφανές ότι ο Τσόρτσιλ αναφέρεται στη διάταξη, που είχαν οι ελληνοβρετανικές δυνάμεις μέχρι τη 12η Απριλίου, οπότε και διασπάσθηκαν από τη γερμανική επίθεση. Εν προκειμένω το σημαντικό είναι ότι ο Άγγλος πρωθυπουργός εμφανίζεται να συμφωνεί με τη σύμπτυξη στο εσωτερικό της χώρας, την οποία προέβλεπαν τα σχέδια του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου και στην οποία τόσο δραματικά περιγράφει ο Κλαδάκης ότι επέμεναν οι Έλληνες αξιωματικοί. Συνεπώς δεν είναι δυνατόν «το ζήτημα τούτο (να) υπεδείχθη πολλές φορές ως τώρα, χωρίς όμως αποτέλεσμα» από Βρετανούς σε Έλληνες επιτελείς. Πεποίθησή μου είναι (και μία ενδελεχής έρευνα ασφαλώς θα δείξει) ότι παρά τον αμυντικό σχεδιασμό του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου, παρά την επιμονή των Ελλήνων αξιωματικών, παρά τις επανειλημμένες υποδείξεις του Αρχηγού του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου και παρά τις προσδοκίες του Άγγλου πρωθυπουργού, ο στρατηγός Ουίλσον «έκανε του κεφαλιού του» και συνεπώς φέρει πλήρη και ακέραιη την ευθύνη για την κατάρρευση της συμμαχικής άμυνας στην ηπειρωτική Ελλάδα. Το βράδυ της 8ης Απριλίου ο υποστράτηγος Καράσσος πληροφορήθηκε την αντικατάσταση του μέχρι τότε διοικητού της ΧΙΙ Μεραρχίας, από το διοικητή πεζικού της5. Το ίδιο βράδυ γιουγκοσλαβικά αυτοκίνητα με αξιωματικούς διαφόρων βαθμών, που κινούνταν άτακτα σε δύο και τρεις σειρές μέσα στην στενωπό Κιρλί Δερβέν προκάλεσαν ένα μεγάλο μποτιλιάρισμα με αποτέλεσμα να διακοπεί πλήρως η κυκλοφορία επί δίωρο.
Σαν να μην έφτανε η συνολική ακαταλληλότητα της τοποθεσίας Βερμίου, ο Καράσσος αναφέρει ότι: «Η νέα τοποθεσία εστερείτο οιουδήποτε αντιαρματικού κωλύματος και ευπρόσβλητος δι’ άρματα ήτο … Ήτο δε προς τούτοις αύτη ακάλυπτος, άνευ βάθους, με τας λίμνας των Πετρών και της Βεγορρίτιδος αμέσως όπισθεν αυτής και με πενιχράς προς τα οπίσω οδεύσεις»5. Περί δε την 10:00 ο Διοικητής του Συντάγματος ανέφερε στην 20η Μεραρχία ότι «εγκαταλείπων τις την εν λόγω τοποθεσίαν είναι υποχρεωμένος να κατρακυλίσει κατ’ ευθείαν στην πεδιάδα του Αμυνταίου, χωρίς να δυνηθεί ενδιαμέσως να προβάλει ουδεμίαν αντίστασιν»2. Επιπροσθέτως «Το εις την περιοχήν του Υποτομέως Κέλλης ανεπτυγμένον 64ον Αγγλικόν Σύνταγμα Βαρέως Πυροβολικού συνεπτύχθη και διετέθη αλλαχού βάσει διαταγών της αγγλικής διοικήσεως»5, υποβαθμίζοντας ακόμη περισσότερο τις αμυντικές δυνατότητες. Περί την 21:00 το Σύνταγμα Δωδεκανησίων είχε ολοκληρώσει την εγκατάστασή του στη νέα αμυντική γραμμή Βάρο-Ντελίνσκι Ντολ-Γκλάβα, όπου οι πλαγιές των υψωμάτων παρουσιάζουν το μειονέκτημα να είναι βατές στο μέτωπο προς τον εχθρό και απόκρημνες στα νώτα της παράταξης. Οι δυσχέρειες στις μεταφορές ήταν τέτοιες, ώστε από την μεθεπομένη (11 Απριλίου) υπήρχε μόνο ξηρά τροφή, ενώ από την επαφή με τον εχθρό η σίτιση περιορίστηκε στο ελάχιστο. Νερό μπορούσαν να πάρουν μόνο από τη λίμνη Πετρών και μόνο κατά τη νύχτα με πορεία 2-3 ωρών. Τα τρία τάγματα του Συντάγματος Δωδεκανησίων αναπτύχθηκαν από δυτικά προς ανατολικά με τη σειρά ΙΙΙ, Ι, ΙΙ, ενώ η διοίκηση του Συντάγματος εγκαταστάθηκε στα βόρεια της Λίμνης Πετρών. Το απόγευμα είχε καταληφθεί η Μπίτολα (Μοναστήρι) και οι γερμανικές δυνάμεις είχαν μπροστά τους αρματικό έδαφος και οδικές σημαντικές, οι οποίες επέτρεπαν στις μηχανοκίνητες μονάδες τους να βρεθούν ταχέως στα νώτα, τόσο του Συγκροτήματος W όσο και των δυνάμεων του αλβανικού μετώπου. Στα ανατολικά είχε καταληφθεί η Βέροια.
10 Απριλίου: δριμύ ψύχος και συνεχής εναλλαγή βροχής και χιονιού. Οι Γερμανοί κατείχαν πλέον όλη την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Το μεσημέρι το XL (40ο) Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού της Βέρμαχτ κατέλαβε τη Φλώρινα, η «Σωματοφυλακή SS Αδόλφος Χίτλερ» και στοιχεία της 9ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας στράφηκαν αμέσως στη διάνοιξη της στενωπού Κιρλί Δερβέν, ενώ άλλα τμήματα κινήθηκαν κατά μήκος της οδού Φλώρινας – Πισοδερίου. Επίσης το μεσημέρι έφτασε ο Ουίλσον στην Πέρδικα και κάλεσε το διοικητή του ΤΣΚΜ σε σύσκεψη. Ο διοικητής του ΤΣΚΜ, Χρ. Καράσσος, επεσήμανε τα μειονεκτήματα της νέας αμυντικής τοποθεσίας και τόνισε ότι ο Υποτομέας Κέλλης (Σύνταγμα Δωδεκανησίων) θα βρισκόταν σε επικίνδυνη θέση, αν διεσπάτο η άμυνα στο Κιρλί Δερβέν και ο εχθρός περνούσε νότια. Επανέλαβε την πάγια θέση του ΤΣΚΜ, ότι έπρεπε να μετακινηθούν στο Σινιάτσικο και ότι οι βρετανικές δυνάμεις έπρεπε πάση θυσία να κρατήσουν την τοποθεσία Κιρλί Δερβέν, μέχρι να ολοκληρωθεί η μετακίνηση, που δεν μπορούσε να είναι συντομότερη των τριών 24ώρων. Εδώ επιβάλλεται να θυμηθούμε ότι η ανάγκη σύμπτυξης είχε παρουσιαστεί ήδη από τις 8 Απριλίου και στο μεταξύ είχαν χαθεί 2 από τα 3 αναγκαία 24ωρα. Ο Ουίλσον συμφώνησε μεν με την ανάγκη μετακίνησης στο Σινιάτσικο, αλλά τη θεωρούσε ακόμη πρόωρη, και διαβεβαίωσε ότι, όταν ερχόταν η κατάλληλη στιγμή, οι βρετανικές δυνάμεις θα κρατούσαν το Κιρλί Δερβέν, όσο θα διαρκούσε η σύμπτυξη. Ενημέρωσε ακόμη το διοικητή του ΤΣΚΜ ότι εφεξής θα έπαιρνε διαταγές μέσω του στρατηγού ΜακΚέυ, διοικητού της 6ης Αυστραλιανής Μεραρχίας και του Τομέα Κιρλί Δερβέν. Για την τελευταία αυτή «ανωμαλίαν από απόψεως οργανώσεως της διοικήσεως»5 ο Καράσσος ματαίως διαμαρτυρήθηκε στο Γενικό Στρατηγείο. Πίστευε (ορθώς όπως απέδειξαν οι δραματικές εξελίξεις) ότι η σύμπτυξη στο Σινιάτσικο ήταν αναπόφευκτη και ότι δεν θα υπήρχε χρόνος για μελετημένη και οργανωμένη εγκατάσταση, όταν τελικά θα το αποφάσιζε ο Ουίλσον. Πίστευε ακόμη ότι οι βρετανικές δυνάμεις στο Κιρλί Δερβέν δεν επαρκούσαν, για να αποκρούσουν επίθεση κατά τη διάρκεια της σύμπτυξης. Όλα αυτά τα ανέφερε τηλεφωνικώς και στον Διευθυντή του 3ου Επιτελικού Γραφείου του Γενικού Στρατηγείου, χωρίς να πετύχει τίποτα. Όμως ο διοικητής του ΤΣΚΜ και πρώην Β΄ Υπαρχηγός του Γενικού Στρατηγείου δεν περιορίστηκε στις διαμαρτυρίες και με δική του πρωτοβουλία διέταξε την μεν 20η Μεραρχία να μεριμνήσει για την αμυντική οργάνωση της στενωπού Κλεισούρας και της διάβασης Βλάστης, τη δε ΧΙΙ Μεραρχία να οργανώσε άμυνα στη μεταξύ των δύο προηγουμένων διάβαση Δερβενίου. Αργότερα τα τμήματα στην Κλεισούρα όντως αμύνθηκαν επιτυχώς επί 24ωρο κι έδωσαν την ευκαιρία στις δυνάμεις, που είχαν αποδιοργανωθεί και διαλυθεί από τις βρετανικές ενέργειες, να ανασυγκροτηθούν στην περιοχή του Αλιάκμονα. Τα μεσάνυχτα (10 προς 11 Απριλίου) ισχυρή εχθρική δύναμη αναγνώρισης επεχείρησε να καταλάβει το ύψωμα Γκλάβα, αλλά απωθήθηκε από τα δραστικά πυρά του Συντάγματος Δωδεκανησίων.
Στα Φάρσαλα συναντήθηκε ο Αρχιστράτηγος Παπάγος με το στρατηγό Ουίλσον και επικύρωσαν επίσημα, όσα είχαν ήδη συμφωνήσει τηλεφωνικά από την προηγουμένη:
Στις
8 Απριλίου, μόλις είχε καταρρεύσει η εξ αρχής
αβέβαιη αντίσταση της Γιουγκοσλαβίας, ο Έλληνας διοικητής του
ΤΣΚΜ είχε
προτείνει να συμπτυχθούν στο Σινιάτσικο, αντί της ακατάλληλης τοποθεσίας,
που τελικά επέλεξε ο Βρετανός διοικητής του Συγκροτήματος W. Στις 9 Απριλίου
ο στρατηγός Ουίλσον
απαλλάχθηκε από τον επίμονο αντιστράτηγο Κωτούλα,
ο οποίος ωστόσο αντικαταστάθηκε από άλλον με τις ίδιες απόψεις. Στις 10 Απριλίου
ο Ουίλσον υποχρεώθηκε από τις εξελίξεις να υποβάλει στον Παπάγο προς έγκριση τα σχέδια, που το ΤΣΚΜ επίμονα ζητούσε να εφαρμοστούν εξ αρχής!
Είδαμε
δε ότι εκτός από τους Έλληνες επιτελείς και οι Βρετανοί προϊστάμενοι του
Ουίλσον επιθυμούσαν τη σύμπτυξη. Από την αυγή γερμανικά αεροσκάφη πετούσαν σε χαμηλό ύψος και κατόπτευαν τις θέσεις του Συντάγματος. Περί την 08:00 στα υψώματα βόρεια και βορειοδυτικά της Κέλλης, προ του μετώπου του Συντάγματος, αυτοκίνητα ακολουθούμενα από μεγάλο αριθμό αρμάτων μάχης και μηχανοκίνητου πυροβολικού άρχισαν να αποβιβάζουν γερμανικό πεζικό και να εγκαθιστούν παρατηρητήρια στα υψώματα 1121 και 1111,28. Το δραστήριο όλη την προηγούμενη νύχτα βρετανικό πυροβολικό είχε ήδη σιγήσει από την αυγή και παρά τις εκκλήσεις του Συντάγματος, δεν πραγματοποίησε το προβλεπόμενο από τα σχέδια μάχης φράγμα πυρός. Μόνο η ελληνική Πεδινή Πυροβολαρχία και ο αντιαρματικός ουλαμός 75χιλ της Π.Π. εκτελούσαν συνεχείς βολές από τις περί το Κλειδί θέσεις τους. Στις 08:30 η 1η Τεθωρακισμένη Μεραρχία SS επιτέθηκε. Μία «Ομάδα Μάχης» υπό τον ταγματάρχη (Sturmbannführer) Βιττ ανέλαβε την κύρια προσπάθεια στα ανατολικά της οδού, στο σημείο συνδέσμου μεταξύ του Βρετανικού Μηχανοκίνητου Τάγματος Ανιχνευτών (9ο Αγγλικό King’s Royal Rifle Corps (1st Rangers)) και του 2/8 αυστραλιανού τάγματος πεζικού. Τα σφοδρά πυρά πολυβόλων και όλμων αποδιοργάνωσαν τους Αυστραλούς και περί την 11:00 γερμανικά τμήματα διείσδυσαν και υπερκέρασαν το αυστραλιανό τάγμα. Οι Άγγλοι Ανιχνευτές δέχθηκαν ισχυρή πίεση και νομίζοντας ότι το 2/8 είχε υποχωρήσει, συμπτύχθηκαν προς το σιδηροδρομικό σταθμό του Κλειδίου. Αυτό άνοιξε τη στενωπό στους Γερμανούς, δημιούργησε κενό μεταξύ των αυστραλιανών 2/4 και 2/8, απέκοψε τις επικοινωνίες μεταξύ της διοίκησης και του 2/8 και άφησε το αυστραλιανό αντιαρματικό πυροβολικό χωρίς υποστήριξη πεζικού. Οι δύο λόχοι του 2/8 στο δυτικό τμήμα της παράταξης αποτραβήχτηκαν ψηλά στα υψώματα. Επισήμως το αυστραλιανό 2/8 φέρεται να διατήρησε τις θέσεις του μέχρι το απόγευμα, ωστόσο η 21η ελληνική ταξιαρχία κατέγραψε ότι πριν το μεσημέρι οι Γερμανοί απώθησαν τους Αυστραλούς της Βεύης στο εσωτερικό της στενωπού Κιρλί Δερβέν. Δεν υπάρχει κατ’ ανάγκην αντίφαση ανάμεσα στις δύο πηγές, αφού γενικά το 2/8 αποδιοργανώθηκε και ειδικά το δυτικό του τμήμα συμπτύχθηκε. Μοιραία κάποια τμήματα μπορεί να κατέληξαν στο εσωτερικό ή ακόμα μπορεί να εκληφθήκαν ως Αυστραλοί οι Άγγλοι Ανιχνευτές, που όντως συμπτύχθηκαν σχεδόν αμέσως. Στην τελευταία εκδοχή συνηγορεί και η παντελής απουσία μνείας σε Άγγλους πεζούς από τον Κλαδάκη. Εν πάση περιπτώσει το καίριο για τον αγώνα είναι ότι οι Γερμανοί είχαν ανοίξει ρήγμα και προχωρούσαν στο εσωτερικό, προς τη διάνοιξη της κυρίως στενωπού. Και πάνω απ’ όλα, χρειάστηκαν μόλις 2½ ώρες μάχης, για να επιβεβαιωθούν οι φόβοι του ΤΣΚΜ και να αποδειχθούν εντελώς αβάσιμες οι διαβεβαιώσεις των Βρετανών! Μεταξύ 11:00 και 12:00 γερμανικά τεθωρακισμένα αντάλλαξαν πυρά με λίγα βρετανικά ελαφρά τεθωρακισμένα και σχεδόν αμέσως τα βρετανικά άρχισαν να συμπτύσσονται με ταχύτητα προς το Κιρλί Δερβέν. Αυτό θα ήταν απόλυτα φυσιολογικό, αν τα «γερμανικά τεθωρακισμένα» ήταν στην πραγματικότητα Sturmgeschütz. Και πράγματι η «Ομάδα Μάχης Βιττ» δεν διέθετε άρματα μάχης, αλλά τεθωρακισμένα αυτοκινούμενα πυροβόλα εφόδου. Το μη φυσιολογικό είναι η μη κινητοποίηση του τεθωρακισμένου τάγματος Ουσάρων και του 3ου Συντάγματος Αρμάτων της 1ης Τεθωρακισμένης Βρετανικής Ταξιαρχίας, που είχαν αναπτυχθεί στην Πέρδικα ως εφεδρείες. Στο εσωτερικό, λοιπόν, της στενωπού οι μεν Βρετανικές δυνάμεις συμπτύσσονταν, οι δε Γερμανικές προήλαυναν σταθερά.
Περί το μεσημέρι ο
αξιωματικός εφοδιασμού του Συντάγματος Δωδεκανησίων ανέφερε τηλεφωνικά από τη
θέση του στο
Αμύνταιο, ότι ήταν ο τελευταίος εναπομείνας εκεί Έλληνας
αξιωματικός και ότι όλοι οι υπόλοιποι (Χωροφυλακή, Φρουραρχείο, Επιμελητεία κλπ)
είχαν αναχωρήσει για την Κοζάνη. Επίσης, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του,
Άγγλοι αξιωματικοί είχαν καταστρέψει τα τηλεφωνικά μηχανήματα αποκόπτοντας έτσι
την επικοινωνία του Συντάγματος, τόσο με το ΤΣΚΜ όσο και με την 20η
Μεραρχία. Την ίδια ώρα «γερμανικά τεθωρακισμένα» (πιθανώς
StuG III)
αναπτύχθηκαν στην κορυφογραμμή 1121 - 1111,28 - 976 και το γερμανικό πυροβολικό
άρχισε εύστοχες βολές κατά της Κέλλης και της Εγνατίας οδού.
Στα νοτιοδυτικά, στο ύψωμα 893 διακόπηκε ο σύνδεσμός
του αυστραλιανού 2/4 με το ελληνικό 1/88. Στις 14:00 οι Αυστραλοί του 2/8 κρατούσαν ακόμα τις θέσεις τους, αν και το αριστερό τους άκρο είχε συμπτυχθεί. Οι Άγγλοι Ανιχνευτές, που αρχικά άφησαν τους Γερμανούς να περάσουν, είχαν σταματήσει τη σύμπτυξη και ανασυντάσσονταν ιππαστί της οδού περί τα 4 χλμ πιο πίσω από τις αρχικές τους θέσεις. Ωστόσο κάποια από τα πυροβόλα του 2/1 αυστραλιανού συντάγματος αντιαρματικών είχαν μείνει χωρίς προστασία από πεζικό και είχαν εγκαταλειφθεί από τους χειριστές τους. Με εκκενωμένες τις θέσεις των Άγγλων Ανιχνευτών, των δύο δυτικών λόχων του αυστραλιανού τάγματος και με προβλήματα στη λειτουργία του αντιαρματικού πυροβολικού, το γερμανικό πεζικό μπορούσε να προωθηθεί στο εσωτερικό της στενωπού υποστηριζόμενο από τα αυτοκινούμενα πυροβόλα. Έτσι τα υψώματα, που κρατούσαν το αυστραλιανό 2/8 και το Σύνταγμα Δωδεκανησίων δεν παρείχαν πλέον καμία προστασία στη στενωπό, αντίθετα οι δυνάμεις αυτές κινδύνευαν να αποκοπούν πλήρως και να καταστραφούν.
Από τις 14:00 το γερμανικό πυροβολικό άρχισε επιτυχείς βολές κατά του
υψώματος 1200, όπου βρισκόταν και το παρατηρητήριο του Ι Τάγματος. Σταδιακά
τα πυρά έγιναν πυκνότερα και κατά τις 15:00 όλη η τοποθεσία από Ντελίνσκι
Ντολ μέχρι την κοιλάδα Λέσιστα βαλλόταν καταιγιστικά από το γερμανικό
πυροβολικό και από τα προωθημένα ως τον Άγιο Αθανάσιο τεθωρακισμένα. Περί
την 14:00 οι Βρετανοί ενημέρωσαν το ΤΣΚΜ ότι
«λόγω δυσμενούς τροπής
της μάχης του Κιρλί Δερβέν»2 θα άρχιζαν να συμπτύσσονται την 19:00
(προφανώς με το τελευταίο φως της ημέρας), ότι
ήθελαν η οδός Αμυνταίου-Πτολεμαΐδας να τεθεί στην αποκλειστική
χρήση των μηχανοκινήτων δυνάμεών τους (!!!!!), ότι και το υπό τις διαταγές τους
Σύνταγμα Δωδεκανησίων είχε διαταχθεί να συμπτυχθεί και ότι δεν διέθεταν
οχήματα για τη διευκόλυνση της σύμπτυξής του. Αμέσως
το ΤΣΚΜ επικοινώνησε
τηλεφωνικά με το Γενικό Στρατηγείο και ζήτησε παρέμβαση του Παπάγου, για να
πειστούν οι Βρετανοί αφενός να κρατήσουν το Κιρλί Δερβέν, μέχρι να περάσουν
όλες οι συμπτυσσόμενες δυνάμεις από την πεδιάδα του Αμύνταιου, και αφετέρου
να παραχωρήσουν αυτοκίνητα για τη σύμπτυξη του Συντάγματος Δωδεκανησίων.
Εδώ πρέπει να
θυμηθούμε
την
αξιολόγηση της
αμυντικής θέσης τους από τον διοικητή του ΤΣΚΜ και κυρίως τη διαμαρτυρία του Διοικητή του Συντάγματος μόλις είδε τις
θέσεις, που τους ανέθεσε ο στρατηγός Ουίλσον: «εγκαταλείπων τις την εν λόγω τοποθεσίαν είναι υποχρεωμένος να
κατρακυλίσει κατ’ ευθείαν στην πεδιάδα του Αμυνταίου, χωρίς να δυνηθεί
ενδιαμέσως να προβάλει ουδεμίαν αντίστασιν». Επειδή όσοι διέσχιζαν στην
πεδιάδα του Αμύνταιου, θα ήταν εύκολοι στόχοι για το γερμανικό πυροβολικό και τα
άρματα μάχης, οι Βρετανοί –ούτε λίγο ούτε πολύ - είχαν την απαίτηση ο δρόμος
Αμυνταίου-Πτολεμαΐδας να είναι ελεύθερος, για να βγουν έξω από το βεληνεκές των
Γερμανών μια ώρα γρηγορότερα. Για τις Ελληνικές δυνάμεις, τις οποίες οι ίδιοι
είχαν φέρει σ’ αυτό το σημείο, δεν ενδιαφέρονταν καθόλου! Κατά τις 15:00 όλη η τοποθεσία από Ντελίνσκι Ντολ μέχρι την κοιλάδα Λέσιστα βαλλόταν καταιγιστικά από το γερμανικό πυροβολικό και από τα προωθημένα ως τον Άγιο Αθανάσιο τεθωρακισμένα. Στις 15:30 το ελληνικό 1/88 δέχθηκε επίθεση δύο γερμανικών ταγμάτων. Την 15:40 (περίπου μιάμιση ώρα μετά την δηλωθείσα στο ΤΣΚΜ) έφτασε στον Υποτομέα Κέλλης η διαταγή του στρατηγού ΜακΚέυ για άμεση σύμπτυξη (και όχι προγραμματισμένη για τις 19:00, όπως είχε δηλωθεί στο ΤΣΚΜ). Βάσει όσων έχουν καταγραφεί για τις επικοινωνίες δεν είναι παράξενη η κατά 1½ ώρα καθυστερημένη άφιξη της διαταγής. Παράξενο είναι ότι οι Δωδεκανήσιοι διατάχθηκαν να συμπτυχθούν αμέσως και όχι στις 19:00. Ας υποθέσουμε ότι λόγω της διαρκώς επιδεινούμενης κατάστασης εξεδόθη νεότερη διαταγή για άμεση σύμπτυξη και ότι ποτέ δεν ελήφθη η πρώτη. Η διαταγή σύμπτυξης όριζε ότι το Τάγμα του Χ Συνοριακού Τομέως (το οποίο διέθετε πλέον μόνο 1 από τους 3 λόχους του) και το ΙΙ Τάγμα του Συντάγματος Δωδεκανησίων έπρεπε να μετακινηθούν στο Μπλάτσι, ενώ τα Ι και ΙΙΙ Τάγματα στην Κλεισούρα. Τονιζόταν ότι η σύμπτυξη έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο ως την 18:00 και ότι η Βρετανική Διοίκηση δεν θα έφερε καμία ευθύνη για όποιο τμήμα δεν συμπτυσσόταν εγκαίρως. Δηλαδή, οι Βρετανοί διέταξαν να συμπτυχθούν μέσα σε δυόμιση περίπου ώρες ένας μεγάλος αριθμός δυνάμεων πλήρως ανεπτυγμένων σε απόκρημνο και δύσβατο έδαφος, μέρα-μεσημέρι, υπό τα καταιγιστικά πυρά του εχθρικού πεζικού, πυροβολικού και τεθωρακισμένων, ενώ δεν υπήρχαν ούτε διαδοχικές γραμμές άμυνας ούτε επαρκή μεταφορικά μέσα!!! Ως αποτέλεσμα, η μεν Πεδινή Πυροβολαρχία διατάχθηκε να καταστρέψει επί τόπου τα πυροβόλα της, το δε Σύνταγμα Δωδεκανησίων αναγκάστηκε επίσης να καταστρέψει επιτόπου το μεγαλύτερο μέρος του πολεμικού υλικού του, που δεν μπορούσε να μεταφερθεί με τα μεταφορικά κτήνη και τα ελάχιστα διαθέσιμα αυτοκίνητα. Περί την 16:30 άρχισε η σύμπτυξη του Συντάγματος, ενώ κατ’ άλλες πηγές είχε ολοκληρωθεί περί την 16:00. Θεωρώ ότι ο Κλαδάκης και ο Καράσσος κατέγραψαν την ορθή ώρα σύμπτυξης (16:30) και ότι οι άλλες πηγές βασίσθηκαν στα εξής: ότι αφενός το Σύνταγμα όντως συμπτύχθηκε, αφετέρου η αρχική διαταγή είχε εκδοθεί την 14:00 κι έτσι υπολογίζουν ότι η σύμπτυξη πρέπει να είχε ολοκληρωθεί περί την 16:00. Σύμφωνα με τους αξιωματικούς του Συντάγματος, όταν άρχισε η σύμπτυξή τους, κανένα οργανικό βρετανικό τμήμα δεν βρισκόταν πλέον στον Υποτομέα Κλειδίου. Θεώρησαν λοιπόν επιβεβαιωμένες τις υποψίες τους ότι οι Βρετανοί είχαν αποφασίσει και εκτελούσαν την σύμπτυξή τους από το προηγούμενο βράδυ, παρά τις συνεχείς παραπλανητικές διαβεβαιώσεις τους ότι σκόπευαν να αμυνθούν στο Κλειδί. Η επίσημη εκδοχή, ότι οι Αυστραλοί του 2/8 ήταν ακόμα καθηλωμένοι στις θέσεις τους δεν φαίνεται να προσκρούει στη διαπίστωση των Ελλήνων αξιωματικών. Η βρετανική άμυνα είχε καταρρεύσει και όντως δεν είχε απομείνει κανένα οργανικό τμήμα, αφού ακόμη και το 2/8 είχε συμπτυχθεί στα ανατολικά του, ήταν καθηλωμένο και μαχόταν για την επιβίωσή του, όχι για την άμυνα της στενωπού. Μάλιστα, με την υποχώρηση των Δωδεκανησίων το 2/8 βρέθηκε εκτεθειμένο και από τα ανατολικά. Η εξόντωση του Συντάγματος Δωδεκανησίων, την οποία φοβούνταν οι επιτελείς και οι επικεφαλής αξιωματικοί τελικά αποφεύχθηκε, διότι οι Γερμανοί δεν εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον του. Δεν είχαν κανένα λόγο να διακινδυνεύσουν επίθεση κατά επανδρωμένων θέσεων μακριά από τον κύριο στόχο της επίθεσής τους, πολλώ δε μάλλον, αφού είχαν απωθήσει τις βρετανικές δυνάμεις στο εσωτερικό της στενωπού. Με τα πυρά πυροβολικού απλώς ήθελαν να κρατήσουν τους Δωδεκανήσιους καθηλωμένους. Όταν αντιλήφθηκαν τη σύμπτυξη, το πυροβολικό τους άρχισε να βάλλει σε μεγαλύτερο βάθος, για να πλήξει τις γραμμές υποχώρησης, αλλά το Σύνταγμα βρισκόταν ήδη σε απυρόβλητες ζώνες. Οι απώλειες του Συντάγματος κατά τη σύμπτυξη ήταν ελάχιστες και περιορίστηκαν στο προσωπικό των τμημάτων Εφοδιασμού και Διοίκησης επί του πυκνότερα βαλλόμενου Ντελίνσκι Ντολ. Σύμφωνα με βρετανικές πηγές το αυστραλιανό 2/4 διατάχθηκε να συμπτυχθεί την 17:00. Ωστόσο την 17:00 ο διοικητής της 21ης Ταξιαρχίας Πεζικού κατέγραψε ότι βρετανική πυροβολαρχία ταγμένη περί το Πεδινό, δηλαδή σε σημαντική απόσταση από το κυρίως μέτωπο, έβαλε με ασυνήθιστη ταχυβολία κατά των υψωμάτων της Μάλα Ρέκα για λίγα λεπτά και μετά αναχώρησε με μεγάλη ταχύτητα προς τα ανατολικά, εγκαταλείποντας πίσω της πολύ υλικό. Αυτή η αναφορά του Σχη (ΠΖ) Δέδε Χρίστου είναι ασύμβατη με την επίσημη εκδοχή, κατά την οποία το αυστραλιανό 2/4 κατείχε αυτά τα υψώματα μέχρι το βράδυ. Αντίθετα, είναι απόλυτα συμβατή με την προηγούμενη καταγραφή του ιδίου ότι μεταξύ 14:30-16:00 οι Αυστραλοί εγκατέλειπαν τις θέσεις τους στη Μάλα Ρέκα. Προκύπτει, λοιπόν, η παράδοξη εικόνα απομακρυσμένων βρετανικών δυνάμεων να τρέπονται σχεδόν σε άτακτη φυγή, ενώ οι επί του μετώπου Βρετανοί επισήμως φέρονται να μάχονται στις θέσεις τους. Στις 17:30 η περιοχή του Αμύνταιου «κατεκλύζετο υπό εχθρικών πυρών» και μετ' ολίγον «μεταβάλλεται εις κόλασιν πυρός και σιδήρου1». Βορειότερα, προς έκπληξη ακόμη και των ίδιων των Γερμανών, StuG III είχαν αναπτυχθεί στις πλαγιές των υψωμάτων σε όλο το μέτωπο του 2/8 και το σφυροκοπούσαν. Οι Αυστραλοί υποχρεώθηκαν σε άτακτη υποχώρηση και οι απώλειές τους θα ήταν ακόμα βαρύτερες, αν το 2/1 σύνταγμα αντιαρματικών και το 2ο βασιλικό σύνταγμα πυροβολικού δεν διατηρούσαν τις θέσεις τους στο κέντρο της στενωπού, μέχρι να τα πλησιάσουν οι Γερμανοί στα 400 μέτρα. Το 2/8 καταστράφηκε ως μάχιμη μονάδα και μετά την υποχώρησή του λέγεται ότι διέθετε μόλις 250 άντρες, από τους οποίους μόνο οι 50 ήταν οπλισμένοι. Στις 18:00 όσοι από το 1/88 είχαν επιζήσει από τη γερμανική επίθεση, είτε είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι είτε είχαν διασκορπιστεί στη δασώδη περιοχή του Ράδοσι, ενώ ο διοικητής του Συντάγματος σκοτώθηκε επιχειρώντας αντεπίθεση. Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι η απώλεια του συνδέσμου 2/4 - 21 Τ.Π. δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία, αν οι δυνάμεις του στρατηγού ΜακΚέυ δεν είχαν εγκαταλείψει το Κιρλί Δερβέν και τη Μάλα Ρέκα, που δεσπόζει του υψώματος 893. Οι γερμανικές δυνάμεις περνούσαν πλέον ανεμπόδιστες από την εγκαταλειφθείσα στενωπό του Κιρλί Δερβέν και περί την 18:00 γερμανικά τεθωρακισμένα και μηχανοκίνητο πυροβολικό άρχισαν να βάλλουν κατά του Συντάγματος Δωδεκανησίων, που βρισκόταν νοτίως των Πετρών υποχωρώντας με πλήρη τάξη. Η γερμανική επίθεση αποκρούστηκε από τη συντονισμένη δράση βρετανικού πυροβολικού και τεθωρακισμένων, τα οποία έδωσαν τη μοναδική αρματομαχία κατά τη γερμανική εισβολή - κατά τα λοιπά η τεθωρακισμένη βρετανική ταξιαρχία ήλθε στην Ελλάδα και απήλθε άκαπνη. Ταυτόχρονα, αυτή η επιτυχημένη βρετανική απόκρουση επί εδάφους πολύ βατού από τους Γερμανούς καθιστά ακόμη πιο ακατανόητη την αδυναμία των Βρετανών να προβάλουν λογική αντίσταση στην είσοδο της στενωπού, όπου το έδαφος ήταν πιο δύσβατο για τους Γερμανούς. Επίσης δείχνει ότι εξαρχής στις εφεδρείες των βρετανικών τεθωρακισμένων δεν είχε ανατεθεί η υποστήριξη της άμυνας, αλλά της σύμπτυξης.
Ωστόσο η σωτηρία του Συντάγματος Δωδεκανησίων ήταν απλή
παράπλευρη επιτυχία, καθώς η βρετανική επίθεση αποκλειστικό σκοπό
είχε την προστασία των συμπτυσσομένων βρετανικών δυνάμεων και μόνον αυτών.
Απόδειξη, ότι ακόμη και σε αυτήν τη φάση οι Βρετανοί εξακολουθούσαν να
ενεργούν μόνοι τους και να μη δέχονται κανένα συντονισμό με τις ελληνικές
δυνάμεις: οι συνεχείς βροχοπτώσεις των προηγουμένων ημερών σε συνδυασμό με
το λιώσιμο των χιονιών είχαν πλημμυρίσει τα ρέματα της περιοχής και οι
Βρετανοί, για να επιβραδύνουν τη γερμανική προέλαση, ανατίναζαν γέφυρες και
γεφυράκια, χωρίς να λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους τα υποχωρούντα ελληνικά
τμήματα. Σε μία δε περίπτωση ανατίναξαν γέφυρα, όταν διερχόταν η φάλαγγα του
Ι Τάγματος του Συντάγματος Δωδεκανησίων, με αποτέλεσμα να παρασυρθούν από το
ορμητικό ρεύμα πυρομαχικά, όπλα, μεταφορικά κτήνη και άντρες (νεκροί και
τραυματίες από την έκρηξη) μιας διμοιρίας πολυβόλων. Έτσι, μετά το αυστραλιανό 2/8 ήταν η σειρά του Συντάγματος Δωδεκανησίων να υποστεί εξ αιτίας του Ουίλσον την πλήρη οργανική αποσύνθεση και την οριστική απώλεια της μαχητικής του ικανότητας. Από μάχιμη μονάδα εθελοντών μετατράπηκε σε άοπλο τμήμα ικανό μόνο να επιβαρύνει τη διοικητική μέριμνα. Επιπλέον, οι ενέργειες του Ουίλσον, έπληξαν καίρια τη ψυχολογική διάθεση των Δωδεκανησίων και προκάλεσαν διαλυτικά φαινόμενα, περιορισμένα μεν, άγνωστα δε ως τότε και οπωσδήποτε ασύμβατα με την ιδιότητα του εθελοντή. Επιπροσθέτως προκάλεσαν την οργανική εξάρθρωση και την μείωση της μαχητικής ικανότητας όλων των υπό τις διαταγές του ελληνικών δυνάμεων, η δε μη υπαγόμενη σε αυτόν, αλλά στο ΤΣΔΜ και υποστηρίζουσα το ΤΣΚΜ, 21η Ταξιαρχία Πεζικού υπέστη κι αυτή βαρείες απώλειες μάχης. Ανακεφαλαιώνοντας, ο Ουίλσον αρχικά αρνήθηκε να αποδεχθεί σύμπτυξη στο Σινιάτσικο, όταν εγκαίρως το ζήτησε το ΤΣΚΜ, εν συνεχεία υποχρεώθηκε να διατάξει σύμπτυξη από το Κλειδί υπό τα συντριπτικά πυρά του εχθρού, αλλά επέμεινε μέχρι τέλους να μη συνεργάζεται με τις υπό τις διαταγές του ελληνικές δυνάμεις, και οδήγησε όλη την άμυνα της Ελλάδας σε ολοσχερή αποτυχία. Κατά την καθυστερημένη σύμπτυξη στο Σινιάτσικο μόνο ένα μέρος των Μεραρχιών ΧΙΙ (νύχτα 12 προς 13 Απριλίου) και 20 (νύχτα 11 προς 12 Απριλίου) έφτασε στις νέες θέσεις, ενώ πολλοί από τους οπλίτες, που κατάγονταν από καταληφθείσες περιοχές, άρχισαν να διαρρέουν προς τις εστίες τους. Κι όμως όλα αυτά δεν ήταν καθόλου αρκετά για τον επί κεφαλής του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, ο οποίος απευθύνθηκε στο Γενικό Στρατηγείο και κατηγόρησε τις υπό τις διαταγές του ελληνικές δυνάμεις ως υπεύθυνες για την κακή εικόνα του Συγκροτήματος W! Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτό το έπραξε σε μια προσπάθεια να αποσείσει από πάνω του τις βαρύτατες ευθύνες για την τροπή, που με δική του προσωπική ευθύνη πήρε η «ελληνική εκστρατεία»4. Οι ευθύνες του προκύπτουν πέραν πάσης αμφιβολίας από τις προσδοκίες, που καταγράφει σε τηλεγράφημα της 20ης Απριλίου ο Τσόρτσιλ προς τον υπουργό του των εξωτερικών: «…κάθε μέρα που περνά και η γερμανική αεροπορία είναι αναγκασμένη να ευρίσκεται στην Ελλάδα, μας επιτρέπει να σταθεροποιούμε την κατάσταση στη Λιβύη και ημπορεί να μας δώσει τη δυνατότητα να μεταφέρουμε (στο Τομπρούκ) και άλλα άρματα μάχης. Αν το επιτύχουμε αυτό χωρίς απώλειες και αν οι θέσεις μας στο Τομπρούκ ημπορέσουν να κρατήσουν, θα αισθανθούμε ίσως αρκετά ισχυροί, ώστε να μεταφέρουμε ενισχύσεις και από την Αίγυπτο. Με κανένα τρόπο δεν επιθυμώ να εγκαταλείψωμε τον αγώνα και, αν διαθέταμε επί τόπου μόνο βρετανικές δυνάμεις και το ζήτημα ήταν δυνατόν να λυθεί αποκλειστικώς επί του στρατιωτικού πεδίου, θα επίεζα τον Ουίλσον να πολεμήσει μέχρις εσχάτων, αν κρίνει ότι ημπορεί να το κάνει αυτό». Πολλά μεν τα αν, που χρησιμοποιεί ο Τσόρτσιλ, αλλά η ουσία, που δεν έπρεπε ούτε στιγμή να διαφύγει του Ουίλσον, βρίσκεται στην πρώτη πρόταση: «…κάθε μέρα που περνά και η γερμανική αεροπορία είναι αναγκασμένη να ευρίσκεται στην Ελλάδα, μας επιτρέπει να σταθεροποιούμε την κατάσταση στη Λιβύη και ημπορεί να μας δώσει τη δυνατότητα να μεταφέρουμε (στο Τομπρούκ) και άλλα άρματα μάχης». Η επιμονή του Ουίλσον να μην δεχθεί εγκαίρως σύμπτυξη, έρχεται σε έντονη αντίθεση με το αίτημα των προϊσταμένων του προς τον Έλληνα βασιλιά να εκκενώσει τη Μακεδονία και τη Θράκη και να μεταφέρει τα εκεί στρατεύματα στην τοποθεσία Βερμίου, πριν ακόμη οι Γερμανοί προωθηθούν στη Βουλγαρία. Αν είχε δεχθεί σταδιακά και έγκαιρα (πριν ο εχθρός βρεθεί σε απόσταση βολής από το Συγκρότημα W) να συμπτυχθεί στην προκαθορισμένη από το Γενικό Στρατηγείο γραμμή αμύνης, θα εξασφάλιζε κάποια αξιόλογη καθυστέρηση των Γερμανών, την οποία τόσο είχαν ανάγκη οι Βρετανοί στη Β. Αφρική. Αντί των 2½ ωρών, που τελικά πέτυχε στο Κλειδί, η καθυστέρηση ασφαλώς θα ήταν μεγαλύτερη, όπως απέδειξαν οι ελληνικές δυνάμεις μόνες τους στην Κλεισούρα και στον Αλιάκμονα. Τότε, όσο βαρειές κι αν ήταν οι απώλειες, δεν θα ήταν άσκοπες. Ο Ουίλσον, λοιπόν, ήταν υπόλογος όχι για την αναπόφευκτη κατάληψη της Ελλάδας, αλλά διότι κατέστρεψε προσωπικό και πολεμικό υλικό, χωρίς να βοηθήσει καθόλου στις στρατηγικές ανάγκες των Συμμάχων. Τα μεσάνυχτα βρίσκονταν στην Πτολεμαΐδα περίπου 800 οπλίτες και 25 αξιωματικοί κυρίως του Ι Τάγματος, νηστικοί και με κατεστραμμένα άρβυλα. Αυτοί διατάχθηκαν να προωθηθούν προς Μπλάτσι (Βλάστη) και να ενισχύσουν τη φύλαξη της ομώνυμης διάβασης. Το μεγαλύτερο μέρος του ΙΙ Τάγματος βρέθηκε στην Κοζάνη και στα Γρεβενά και του ΙΙΙ Τάγματος στην Κοζάνη.
Το
απόγευμα γερμανικά άρματα
μάχης εμφανίσθηκαν στη βόρεια όχθη του Αλιάκμονα, στην
περιοχή των Σερβίων και μεταξύ 17:00
και 18:00 οι ελληνοβρετανικές δυνάμεις ανατίναξαν τις εκεί γέφυρες, για να
ανακόψουν την εχθρική προέλαση.
Το ίδιο βράδυ άρχισε με καθυστέρηση
24 ωρών να συμπτύσσεται
από το αλβανικό μέτωπο το ΤΣΔΜ, όπως είχε αποφασιστεί από τις 9 Απριλίου.
Σημειώνουμε ότι το ΤΣΗ δεν άρχισε την υποχώρηση, όπως και για εκείνο
είχε αποφασιστεί από τις 9 Απριλίου. Η υποχώρηση και η διάλυση του Συντάγματος Δωδεκανησίων
13 Απριλίου:
περί την 05:00 η κεφαλή της φάλαγγας με το διοικητή του
Συντάγματος έφτασε στο Μπλάτσι, ενώ η υπόλοιπη βάδιζε με μικρή ταχύτητα,
εκτεινόταν σε μεγάλο μήκος επί του δρομολογίου και η άφιξη στο Μπλάτσι
ολοκληρώθηκε τις μεταμεσημβρινές ώρες. Οι κάτοικοι του φτωχού χωριού
προσέφεραν λίγα τρόφιμα από το υστέρημά τους. Ήδη από το πρωί η Βρετανική
Διοίκηση αφαίρεσε το Σύνταγμα Δωδεκανησίων από τις διαταγές του Διοικητού
της 6ης Αυστραλιανής Μεραρχίας, υποστράτηγο ΜακΚέυ, όπου το
είχε υπαγάγει
δύο ημέρες νωρίτερα, και το έθεσε ξανά στις διαταγές της 20ης Μεραρχίας και
του ΤΣΚΜ, όπως προέβλεπε η συμφωνία Παπάγου-Ουίλσον. Η
20η Μεραρχία έστειλε
στη Βλάστη αξιωματικό σύνδεσμο, που αποδέχθηκε την εισήγηση του Διοικητού
του Συντάγματος να αποσυρθεί αυτό από τη γραμμή του πυρός, να εφοδιαστεί και
να προωθηθούν σε αυτό τα τμήματα, που οι Άγγλοι είχαν διασπείρει σε
Μακεδονία και Θεσσαλία. Δηλαδή έγινε αποδεκτό το Σύνταγμα πρώτα να αποκαταστήσει
τη μαχητική του ικανότητα και μετά να αναλάβει πολεμική δράση, ως
καταλληλότερος δε χώρος επελέγη η περιοχή Πεπονιά - Πυλωρή. Στο μεταξύ, μη
γνωρίζοντας ακόμη τις συνεννοήσεις του συνδέσμου της με το Ι Τάγμα, η 20η
Μεραρχία διέταξε τις διοικήσεις των ΙΙ και ΙΙΙ Ταγμάτων του Συντάγματος στην
Κοζάνη να κινηθούν προς Πελεκάνο-Δρυόβουνο. Όταν έγινε γνωστή η συνεννόηση
του συνδέσμου με το Ι Τάγμα, η 20η Μεραρχία ενημέρωσε για την πορεία του ΙΙ
και ΙΙΙ Τάγματος τη διοίκηση του Συντάγματος, που αμέσως έστειλε έφιππους
συνδέσμους στη γέφυρα του Αλιάκμονα, απ’ όπου θα περνούσαν υποχρεωτικά όσα
τμήματα κατευθύνονταν από Κοζάνη, Σιάτιστα και Γρεβενά προς Πελεκάνο - Δρυόβουνο.
Αυτά θα έπρεπε να περιμένουν εκεί την άφιξη της φάλαγγας, που ξεκίνησε την
16:00 από τη Βλάστη προς Πυλωρή. Περί την 21:00 η φάλαγγα του Συντάγματος έφτασε στη
γέφυρα του Αλιάκμονα, όπου ήδη περίμεναν περί τους 600-700 από τους
διασπαρέντες σε Κοζάνη, Σιάτιστα και Γρεβενά. Το ίδιο βράδυ άρχισε και η προγραμματισμένη σύμπτυξη του ΤΣΗ, κατά τη διάρκεια της οποίας αντιμετώπισε κρίσιμα προβλήματα πειθαρχίας. Στο μεταξύ ο στρατηγός Ουίλσον είχε στείλει ειδικά τμήματα να κάνουν αναγνώριση της τοποθεσίας των Θερμοπυλών, διότι είχε αποφασίσει να συμπτύξει εκεί τις βρετανικές δυνάμεις. Ο Ουίλσον ήταν υπότροπος στο να σχεδιάζει ερήμην των Ελλήνων επιτελών, μόνο για το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα και αδιαφορώντας για τις ελληνικές δυνάμεις, που βασίζονταν στη συνεργασία με τους Βρετανούς. Αυτή τη φορά το ΓΕΣ αναγκάστηκε να εκφράσει κομψά τη δυσφορία του: «Η απόφαση αυτή του Στρατηγού Ουίλσων για υποχώρηση στις Θερμοπύλες, μπορεί να θεωρηθεί πρόωρη, αφού το Σώμα των ANZAC δεν είχε έλθει ακόμη σε σοβαρή επαφή με τους Γερμανούς σε κανένα τμήμα της τοποθεσίας του Αλιάκμονα, οι δε ελληνικές δυνάμεις, που ήταν στα όρη δυτικά των υψιπέδων Φλώρινας και Κοζάνης, διατηρούσαν επίσης τις θέσεις τους»1. Είναι απορίας άξιο, πώς ένας τόσο έμπειρος και αξιόλογος ανώτατος επιτελικός αξιωματικός, που έχαιρε της εμπιστοσύνης του Υπουργού των Εξωτερικών, Άντονυ Ήντεν, και του Πρωθυπουργού, Ουίνστον Τσόρτσιλ, εμφάνιζε τέτοια τακτική μετάπτωση. Αρχικά αρνήθηκε να συμπτυχθεί, όταν έπρεπε, και εν συνεχεία συμπτυσσόταν όλο και βαθύτερα, πριν έρθει σε επαφή με τον εχθρό.
Μέσα στο χάος της αποσύνθεσης των μονάδων και της απώλειας της μεταξύ τους επικοινωνίας παρουσιάστηκαν αρκετά κρούσματα λιποταξιών, για τα οποία λέει ο Καράσσος: «Κατά την ημέραν ταύτην επί τη ληφθείση πληροφορία ότι διαρρέουν εκ των τμημάτων, το Τμήμα Στρατιάς διέταξε την άμεσον παραπομπήν εις το στρατοδικείον και την αυθημερόν εκδίκασιν και τυφεκισμόν παντός εγκαταλείποντος την θέσιν του»5. Τα βρετανικά τμήματα, που ήλεγχαν τις γέφυρες του Αλιάκμονα στα δυτικά του Σινιάτσικου, αποφάσισαν να τις ανατινάξουν, για να μπορέσουν να συμπτυχθούν. Το ΤΣΚΜ δεν μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο, διότι οι δικές του δυνάμεις ακόμη δεν είχαν φτάσει στον Αλιάκμονα και η καταστροφή των γεφυρών ισοδυναμούσε με εγκλωβισμό τους ανάμεσα στον ποταμό και τις προελαύνουσες μηχανοκίνητες γερμανικές δυνάμεις. Έτσι συμφωνήθηκε να αναλάβει τη φύλαξη των γεφυρών το ΤΣΚΜ και οι Βρετανοί να συνεχίσουν τη σύμπτυξή τους. Η φύλαξη της γέφυρας του Γιάγκοβου κι εκείνης στα ΝΑ της Νεάπολης ανατέθηκε στη ΧΙΙ Μεραρχία και της γέφυρας του Καφτάν Αγά, στα ΒΑ της Νεάπολης, στην 20η Μεραρχία. Μέχρι το βράδυ κατέφθαναν
στην Πυλωρή μικρές ομάδες και μεμονωμένοι Δωδεκανήσιοι από
διάφορα σημεία. Το Σύνταγμα είχε χάσει περισσότερο από τη μισή του δύναμη
και αριθμούσε πλέον περί τους 1.500 άντρες, που στην πλειοψηφία τους ήταν πλέον άοπλοι.
Προμηθεύτηκαν μικρή ποσότητα διπυρίτου
άρτου και ελάχιστα τρόφιμα από τους
ντόπιους, τα επιμέρους τμήματα ανέκτησαν τους
μεταξύ τους οργανικούς δεσμούς και αποκαταστάθηκε το ηθικό των ανδρών, αλλά
η έλλειψη οπλισμού και πυρομαχικών δεν τους επέτρεπε να αναλάβουν πολεμική
αποστολή. Από τον Χ Συνοριακό Τομέα είχαν απομείνει λίγοι μόνο άντρες. Επίσης, όπως είχε αποφασισθεί από τις 9 Απριλίου, το ΤΣΚΜ υπήχθη στο ΤΣΔΜ. Η Μεραρχία Ιππικού και η 21η Ταξιαρχία Πεζικού, που ως τότε υποστήριζαν το Συγκρότημα W στο Κλειδί, κατέλαβαν τη διάβαση Φωτεινής στα βόρεια της λίμνης Καστοριάς, για να καλύψουν την υποχώρηση των δυνάμεων του αλβανικού μετώπου. Επρόκειτο να προβάλουν σκληρή αντίσταση και να υποστούν βαρειές απώλειες.
Φτάνοντας το απόγευμα στο Κληματάκι πληροφορήθηκαν από τους κατοίκους ότι ο Άγιος Γεώργιος και τα Γρεβενά είχαν ήδη καταληφθεί από τους Γερμανούς. Για να ελέγξουν τις πληροφορίες, έστειλαν έφιππους ανιχνευτές, που ανέφεραν ότι ο Άγιος Γεώργιος ήταν ελεύθερος και ότι η κατάληψη των Γρεβενών δεν επιβεβαιωνόταν. Παρά ταύτα και για λόγους ασφαλείας ο διοικητής του Συντάγματος διέταξε να κινηθούν προς Καλαμπάκα.
Πιθανότατα δεν υπάρχει πραγματική
αντίθεση μεταξύ των δύο αυτών διατυπώσεων. Από τις 8 Απριλίου είχε γίνει σαφές
στους Έλληνες επιτελείς ότι δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν με τον Ουίλσον, στις
11 Απριλίου ο Παπάγος αποφάσισε να αποδεσμεύσει τις ελληνικές δυνάμεις (ΤΣΚΜ)
από τη βρετανική στρατιωτική διοίκηση, στις 12 Απριλίου στο Κλειδί διαπιστώθηκε
πέραν πάσης αμφιβολίας η εντυπωσιακή αποτυχία των σχεδιασμών του Ουίλσον και από
τις 13 Απριλίου οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να ενεργούν χωρίς βρετανική
τροχοπέδη. Πιστεύω ότι και μόνο η αποδέσμευση των ελληνικών από τις βρετανικές
δυνάμεις μπορεί να ερμηνευθεί ως μεταστροφή στα σχέδια του Παπάγου. Μετά την
καταστροφή στο Κλειδί, ακόμα λιγότεροι αξιωματικοί θα πίστευαν ότι καλώς είχε
προσκληθεί στην Ελλάδα το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα. Μετά την αντίσταση του
ήδη διαλυμένου ΤΣΚΜ στην Κλεισούρα και στον Αλιάκμονα, πρέπει να είχε αυξηθεί
κατακόρυφα ο αριθμός των Ελλήνων αξιωματικών με αρνητική άποψη για τους
χειρισμούς του Ουίλσον. Εν πάση περιπτώσει, στις 16 Απριλίου ήταν σαφές στους
Έλληνες επιτελείς ότι το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα αφενός δεν παρείχε την
παραμικρή τακτική ωφέλεια και αφετέρου τους εμπόδιζε να πετύχουν μια έντιμη
παράδοση. Η άποψη του Παπάγου για αποχώρηση των Βρετανών ήταν και οι προτάσεις
των Βρετανών για άμυνα στις Θερμοπύλες ήταν απλώς προσχηματικές.
Περί την 19:00 ο αρχηγός πεζικού της 20ης Μεραρχίας, που βρισκόταν στο Κηπουργιό, τους ενημέρωσε για τη διαταγή της ΤΣΚΜ να προωθηθούν στην Ήπειρο και τους διέταξε να κινηθούν αμέσως προς Μέτσοβο. Περί την 22:00 το Σύνταγμα ανέστρεψε πορεία και ξαναπέρασε από το Κηπουργιό βαδίζοντας στο ίδιο δύσβατο δρομολόγιο χωρίς καμία στάση για ανάπαυση.
Επειδή οι Βρετανοί είχαν διατυπώσει παράπονα σχετικά με την κακή κατάσταση, που δήθεν επικράτησε από ελληνικής πλευράς στην Κεντρική Μακεδονία, είχε κληθεί στη σύσκεψη για να δώσει εξηγήσεις ο υποστράτηγος Παναγάκος, διοικητής του Β΄ Ρυθμιστικού Κέντρου Φλώρινας. Ο Παναγάκος εξέθεσε αναλυτικά το πώς εξελίχθηκαν οι εκεί επιχειρήσεις και ο Ουίλσον, σαν να μην ήταν προσωπικά υπεύθυνος για εκείνα τα γεγονότα, αλλά αμέτοχος ανακριτής εκδίδων πόρισμα, δήλωσε (πάλι καλά!): «Μετά τας πληροφορίας και εξηγήσεις του Στρατού, η τιμή και η υπόληψις της Ελλάδος αποκαθίστανται εις το ακέραιον. Δηλώ δε εξ ονόματος της Αγγλίας ότι αύτη ουδέν παράπονον έχει κατά της Ελλάδος, η οποία εξεπλήρωσε μέχρι τέλους πλήρως και τιμίως το καθήκον της»1. Επιπλέον οι Βρετανοί αξιωματικοί εξέφρασαν το θαυμασμό τους για την όλη ελληνική αντίσταση κατά των Ιταλών και των Γερμανών και στον επίλογο του κεφαλαίου «Η μάχη της Ελλάδος» ο Τσόρτσιλ λέει: «…Οι Έλληνες πολέμησαν σκληρά πάνω στα βουνά, στο διάστημα ενός αγρίου χειμώνος, εναντίον ενός εχθρού που διέθετε στρατεύματα πολύ περισσότερα από τα ιδικά των και πολύ καλύτερα εξωπλισμένα … Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις είχαν ήδη φτάσει στο ανώτατο όριο αντοχής, αφού έως τότε είχαν υπερασπισθεί το πάτριο έδαφος επί τόσον μεγάλο χρονικό διάστημα και με τόση γενναιότητα. Δεν εδημιουργήθη καμία παρεξήγησις. Έως το τέλος οι Έλληνες έδωσαν ευγενή δείγματα της ίδιας πάντοτε φιλίας προς τα στρατεύματά μας και τους προσέφεραν την ίδια πάντοτε βοήθεια. Οι κάτοικοι μάλιστα των Αθηνών και των άλλων σημείων επιβιβάσεως εφρόντιζαν περισσότερο για την ασφάλεια των στρατιωτών μας, οι οποίοι είχαν προσπαθήσει να τους σώσουν, παρά για τη δική τους τύχη. Η ελληνική στρατιωτική τιμή παρέμεινε χωρίς καμία κηλίδα…». Φυσικά, αυτά είναι απλώς ωραία λόγια. Το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα δεν προσέφερε καμία απολύτως βοήθεια στην άμυνα της Ελλάδας, αντίθετα εξ αιτίας του ο ελληνικός στρατός και άσκοπες απώλειες υπέστη στο πεδίο της μάχης και με εξοντωτικό κόστος παρέτεινε την άμυνα της χώρας και σε ατιμωτική παράδοση υποχρεώθηκε. Όσον αφορά δε το προσδοκώμενο μεταπολεμικό όφελος, όσο οι Βρετανοί κατείχαν τα Δωδεκάνησα, απέδειξαν ότι μόνο την ενσωμάτωσή τους με την Ελλάδα δεν ήθελαν.
Τα μεσάνυχτα ο στρατιωτικός διοικητής της περιοχής γνωστοποίησε με διαταγή στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων, ότι είχε συμφωνηθεί ανακωχή με τον εχθρό και ότι την επομένη μεταξύ 09:00 και 10:00 μία μηχανοκίνητη γερμανική φάλαγγα θα διερχόταν από την οδό Μετσόβου-Ιωαννίνων, για να παρεμβληθεί μεταξύ των ελληνικών και των ιταλικών δυνάμεων ως εγγύηση ότι οι Ιταλοί δεν θα επιχειρούσαν εισβολή εκ του ασφαλούς. Το ενδεχόμενο σύλληψης από τους Ιταλούς, που είχε ήδη κλονίσει το ηθικό των στρατευμάτων του αλβανικού μετώπου και τους είχε οδηγήσει σε μαζικές λιποταξίες, είχε εξαιρετικά μεγαλύτερη σημασία για τους Δωδεκανήσιους εθελοντές, που ήταν Ιταλοί υπήκοοι. Ωστόσο το ενδεχόμενο σύλληψής τους από τους Ιταλούς δεν τους τους είχε επηρεάσει ούτε κατ' ελάχιστο.
Την 07:30 το Σύνταγμα Δωδεκανησίων άρχισε την πορεία προς Καλαμπάκα και νωρίς το απόγευμα έφτασε στο Προσήλιο, όπου επέλεξε ένα σημείο βορείως της οδού Ιωαννίνων-Μετσόβου, για να καταυλισθεί. Περί την 19:00 έφτασε αξιωματικός του Στρατηγείου της 20ης Μεραρχίας με διαταγή να καταυλισθούν νοτίως της οδού, διότι η περιοχή βορείως της οδού Ηγουμενίτσας-Μπισδουνίου-Μετσόβου είχε υπαχθεί στον έλεγχο των Ιταλών. Ενώ γινόταν αναγνώριση εδάφους για επιλογή σημείου κατάλληλου για καταυλισμό, ήλθε νέα διαταγή να μεταβεί το Σύνταγμα χωρίς καθυστέρηση στο Μέτσοβο, όπου θα έπαιρνε περαιτέρω διαταγές.
Το ίδιο βράδυ άρχισε η αποχώρηση από την Ελλάδα και η προώθηση στην Αίγυπτο και την Κρήτη του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος. Διήρκεσε ως τη 1 Μαΐου και έγινε υπό ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και (όπως φαίνεται από τα παρακάτω στοιχεία του Τσόρτσιλ) με βαρύτατες απώλειες, για τις οποίες αποκλειστικά υπεύθυνος ήταν ο στρατηγός Ουίλσον. Με τις ακατανόητες ενέργειές του είχε πετύχει αφενός να εξανεμίσει τη γενναιότητα των αντρών του σε μάχες οπισθοφυλακής, όποτε κινδύνευαν να εγκλωβιστούν από τους Γερμανούς, και αφετέρου να ατιμάσει στρατιωτικά τις βρετανικές δυνάμεις, που μετά το Κλειδί δεν έρριξαν ούτε μία βολή για να κρατήσουν κάποια γραμμή αμύνης, υποχρεώνοντας ακόμη και τον Τσόρτσιλ να δηλώσει ότι: «η γερμανική προέλαση ήταν πολύ βραδεία και οι θέσεις μας δεν αντιμετώπισαν ούτε μία φορά σοβαρό κίνδυνο».
Τελικά, ο Ουίλσον οδήγησε σε κατάρρευση την άμυνα της Ελλάδας, δεν υπηρέτησε τις στρατηγικές ανάγκες της χώρας του, κατάφερε να δει τους μεν άντρες του να δραπετεύουν κακήν-κακώς όλο δε το πυροβολικό, τα τεθωρακισμένα και τα μεταφορικά μέσα να πέφτουν στα χέρια του εχθρού. Και όλα αυτά χωρίς να επηρεαστεί ούτε κατ’ ελάχιστο η λαμπρή σταδιοδρομία του. Ικανότατος αξιωματικός ο σερ Χένρι Μαίητλαντ Ουίλσον!
Από την παραπάνω παράθεση των γεγονότων προκύπτει ότι το Σύνταγμα Δωδεκανησίων καταστράφηκε συνειδητά από τον Άγγλο στρατηγό Ουίλσον. Φυσικά δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Ουίλσον το έκανε με σκοπό να εξυπηρετήσει τις διαδιδόμενες τότε επιδιώξεις της βρετανικής διπλωματίας, διότι οι επιλογές του οδήγησαν στην καταστροφή από τον εχθρό τόσο το αυστραλιανό 2/8 όσο και το ελληνικό 1/88, εξάρθρωσαν όλες τις υπό τις διαταγές του ελληνικές δυνάμεις κι επιπλέον προκαθόρισαν την άτακτη φυγή του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος. Προκύπτει, λοιπόν, το κρίσιμο ερώτημα, γιατί ο Ουίλσον αρνήθηκε να εφαρμόσει τα σχέδια αμύνης του Γενικού Στρατηγείου και γιατί επέμεινε να αμυνθεί στην ακατάλληλη πλέον τοποθεσία Βερμίου. Σημαντικό είναι επίσης το ερώτημα γιατί αρνήθηκε να οχυρώσει τις διαβάσεις της Βλάστης και της Κλεισούρας ως δευτερεύουσες γραμμές άμυνας. Με ποιό σκεπτικό ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς στρατηγούς έρριξε όλο το βάρος της άμυνας της Ελλάδας σε μία και μόνο στενωπό, η ακαταλληλότητα της οποίας φαίνεται με μια ματιά στο χάρτη; Μία ερμηνεία για τις επιλογές του Ουίλσον είναι ο ανθελληνισμός, τον οποίο φέρονται να διέγνωσαν σ΄ αυτόν άνθρωποι, που τον συνάντησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Φυσικά ο χαρακτηρισμός αυτός, ακόμη κι αν είναι σωστός, δεν έχει καμία σχέση με τα όσα συνέβησαν, διότι ένας αξιωματικός –έστω και στρατηγός- εκτελεί διαταγές και δεν μπορεί να αποτυπώσει στους τακτικούς χειρισμούς τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειές του. Συνεπώς, ο πιθανός ανθελληνισμός του Ουίλσον δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις τακτικά εσφαλμένες επιλογές του. Οι εξαρθρωτικές του αποφάσεις ευκολότερα θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως μέρος ενός ευρύτερου βρετανικού σχεδιασμού για τις μεταπολεμικές διεκδικήσεις των συμμάχων κρατών. Σε αυτόν τον αρνητικό για την Ελλάδα σχεδιασμό θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και τον κατακερματισμό από τους Άγγλους του διασωθέντος ελληνικού στόλου και την προσκόλληση των μεμονωμένων ελληνικών πολεμικών πλοίων σε διάφορες μοίρες του αγγλικού στόλου, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το θωρηκτό Αβέρωφ, που εστάλη στον … Ινδικό Ωκεανό! Αντίθετη ήταν η συμπεριφορά των Άγγλων προς τους Πολωνούς, που διακρίνονται από παραδοσιακή αντιρωσική προδιάθεση: συγκρότησαν τουλάχιστον ένα πολωνικό σμήνος στην πολεμική τους αεροπορία. Αυτά και άλλα πολιτικού χαρακτήρα περιστατικά (με σημαντικότερο όλων την Αγγλοκρατία στα Δωδεκάνησα) δείχνουν ότι οι Άγγλοι επεδίωκαν με κάθε τρόπο τον περιορισμό των ελληνικών διεκδικήσεων μετά τον πόλεμο. Ωστόσο ούτε αυτή η ερμηνεία φαίνεται ισχυρή, αφού εξ αιτίας του Ουίλσον ολόκληρο το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα τράπηκε σε σχεδόν άτακτη φυγή, εγκατέλειωε πίσω του όλο το βαρύ πολεμικό υλικό και έχασε το 23% του προσωπικού του. Και φυσικά αυτό συνέβη σε μια εποχή, που ούτε το πολεμικό υλικό ούτε το προσωπικό περίσσευε στους Συμμάχους. Η εμμονή του Ουίλσον έβλαψε τις βρετανικές δυνάμεις πολύ περισσότερο απ’ όσο έβλαψε τις ελληνικές δυνάμεις, που ήταν εξ αρχής καταδικασμένες σε συνθηκολόγηση. Την εποχή εκείνη, το διεθνές γόητρο των Ελλήνων ήδη είχε εκτοξευθεί με την αντίσταση στους Ιταλούς και δεν θα μπορούσε να τρωθεί από την αναπόφευκτη γερμανική κατάκτηση. Επειδή, λοιπόν, ο Ουίλσον έβλαψε τη χώρα του περισσότερο από όσο έβλαψε την Ελλάδα, θεωρώ ότι δεν ήλθε με συνωμοτικούς σκοπούς. Πιθανότατα, βλέποντας το βαθμό επάνδρωσης και την ποιότητα των δύο μεραρχιών, που του διατέθηκαν, έκρινε ότι ήταν απολύτως αδύνατη κάθε αντίσταση. Έχοντας υπόψη του τις γενικότερες ανάγκες των Βρετανών στα άλλα μέτωπα ίσως αποφάσισε να διαφυλάξει το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα, αφού πρώτα έκανε μία χαλαρή αμυντική προσπάθεια «για την τιμή των όπλων». Η άποψη αυτή θεωρώ ότι ενισχύεται από τα εξής γεγονότα:
Βέβαια, μια τέτοια απόφαση θα συνιστούσε ευθεία ανυπακοή προς τις διαταγές, που είχε, και προς τις στρατηγικές ανάγκες της χώρας του, όπως τις περιγράφει ο Τσόρτσιλ. Ταυτόχρονα όμως, η προκλητική διαμαρτυρία του Ουίλσον, ότι οι ελληνικές δυνάμεις ήταν δήθεν υπαίτιες για την καταστροφή στην Κεντρική Μακεδονία, ερμηνεύεται άριστα. ως μέθοδος απόσεισης αυτών των ευθυνών. Τέλος, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο Ουίλσον να ήταν απλώς ένας φαντασμένος αξιωματικός των Βρετανικών Αυτοκρατορικών στρατευμάτων, που του ήταν αδιανόητο να εφαρμόσει τα αμυντικά σχέδια κάποιων βαλκάνιων ιθαγενών. Η άποψη αυτή θεωρώ ότι ενισχύεται από τα εξής γεγονότα:
Δυστυχώς ήταν πλέον πολύ αργά για την άμυνα της Ελλάδας. Την επόμενη κιόλας μέρα οι Βρετανοί μετά από μόλις 2½ ώρες αντίστασης, έστρεψαν τα νώτα στον εχθρό και άρχισαν μια ασταμάτητη υποχώρηση. Από εκείνη τη στιγμή η αγωνία διάσωσης του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος και η βεβαιότητα ότι η Ελλάδα τελικά θα υπέκυπτε οδήγησαν τον Ουίλσον σε μία σειρά από συνειδητές και άκρως αντισυμμαχικές ενέργειες. Πάγια τακτική του ήταν να αποφασίζει ερήμην των Ελλήνων επιτελών, να τους παραπλανά ως προς τις πραγματικές προθέσεις του κι εν συνεχεία να τους φέρνει προ ειλημμένων αποφάσεων (11 Απριλίου, 13 Απριλίου και 16 Απριλίου). Το τελικό αποτέλεσμα των ενεργειών του Ουίλσον ήταν να ακυρωθεί το σχέδιο αμύνης του Γενικού Στρατηγείου, να εξανεμιστεί η δυνατότητα σοβαρής αντίστασης σε μεγάλο μέτωπο κατά των Γερμανών και να διαλυθούν οι ελληνικές δυνάμεις της Κεντρικής Μακεδονίας, οι οποίες παρά τα σοβαρά προβλήματα στην επάνδρωση, στον εφοδιασμό και στη μετακίνηση, σε κάθε ευκαιρία έδειξαν αξιοσημείωτη μαχητική ικανότητα. Τελικά, ο Ουίλσον δεν είναι υπεύθυνος μόνο για τη θλιβερή τακτική εικόνα των Βρετανών και την άνευ όρων συνθηκολόγηση των ελληνικών δυνάμεων, αλλά πρωτίστως για τη μη επίτευξη ούτε του πολυπόθητου στρατηγικού ούτε του επικοινωνιακού αποτελέσματος, για τα οποία η πατρίδα του τον έστειλε στην Ελλάδα.
Όσον αφορά τη καθαυτή δράση των Δωδεκανησίων εθελοντών, που συγκροτούσαν
κατά κύριο λόγο το Ι Τάγμα του Συντάγματος Δωδεκανησίων, πρέπει να
επισημάνουμε πρώτα από όλα ότι ήταν υπήκοοι της Ιταλίας,
χώρας που βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ελλάδα. Η ειδική νομοθετική
ρύθμιση για την κατάταξή τους στον Ελληνικό Στρατό σε καμία περίπτωση δεν
ακύρωνε την ιταλική τους υπηκοότητα και τη συνακόλουθη νομική υποχρέωσή τους
να είναι πιστοί στην Ιταλία. Δηλαδή, αν συλλαμβάνονταν από τους Ιταλούς
κινδύνευαν να εκτελεστούν ως προδότες. Κι όμως αυτό δεν τους απασχόλησε
καθόλου, αντίθετα εξ αρχής ήταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν εναντίον των
ιταλικών δυνάμεων κατοχής των Δωδεκανήσων. Εδώ πρέπει φυσικά να αντιδιαστείλουμε το υψηλό φρόνημα των ιταλικής υπηκοότητας Δωδεκανησίων
εθελοντών του Ελληνικού Στρατού προς το απελπιστικά χαμηλό ηθικό των
ελληνικής υπηκοότητας αντρών του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου και τις ιδιαίτερα
εκτεταμένες λιποταξίες, που προκάλεσε ο φόβος
σύλληψής τους από τους Ιταλούς. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι ακόμη
και στα τμήματα του τακτικού Ελληνικού Στρατού, που υποστήριζαν το Σύνταγμα
Δωδεκανησίων, υπήρχαν τάσεις λιποταξίας και χρειάστηκαν μέτρα
καταστολής τους. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Σύνθεση των ελληνικών, βρετανικών, ελληνοβρετανικών και γερμανικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις της Κεντρικής Μακεδονίας
Για την κάλυψη από δυτικά του Συγκροτήματος W το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) είχε διαθέσει (διατηρώντας υπό τις διαταγές του) τις:
Το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα συγκροτούσαν οι παρακάτω δυνάμεις:
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΙΣ/ΓΕΣ στην Ελλάδα αποβιβάστηκαν συνολικά 58.051 Βρετανοί (24.206 Άγγλοι, 17.125 Αυστραλοί, 16.720 Νεοζηλανδοί) όλων των ειδικοτήτων, περιλαμβανομένου και του προσωπικού της RAF. Τα στοιχεία, που δίνει ο Τσόρτσιλ, είναι διαφορετικά.
Το Συγκρότημα W συγκροτούσαν οι παρακάτω δυνάμεις: Το Συγκρότημα W ανέθεσε τη φύλαξη της στενωπού Κιρλί Δερβέν (Κλειδίου) στο Συγκρότημα ΜακΚέυ, που περιελάμβανε τον ελληνικό Υποτομέα Κέλλης και τον βρετανικό Υποτομέα Κιρλί Δερβέν (Κλειδίου) [σχεδιάγραμμα]. Ο Υποτομέας Κέλλης διέθετε:
Ο Υποτομέας Κιρλί Δερβέν (Κλειδίου) είχε αναλάβει την εξασφάλιση της κυρίως στενωπού και διέθετε:
Η διάνοιξη της κυρίως στενωπού ανατέθηκε στην 1η Μεραρχία SS «Σωματοφυλακή SS Αδόλφος Χίτλερ» και ειδικότερα στην «Ομάδα Μάχης Βιττ», η οποία τελούσε υπό τις διαταγές του ταγματάρχη Φριτς Βιττ και αποτελούνταν από:
Ονομαστικός κατάλογος των Κώων εθελοντών του Συντάγματος Δωδεκανησίων Ο Μάρκος Κλαδάκης καταγράφει τη σύνθεση του Συντάγματος Δωδεκανησίων ανά νησί προέλευσης των εθελοντών ως εξής:
Ειδικότερα για το νησί της Κω παραθέτει τον παρακάτω αναλυτικό κατάλογο, όπως τον έχει συμπληρώσει ο Β. Χατζηβασιλείου:
|